
ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ Ή ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;
Η ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΙΩ. ΖΗΖΙΟΥΛΑ
ΜΕΓΑ Λ. ΦΑΡΑΝΤΟΥ
Εις τα επόμενα ασχολούμαι με την παρουσίαση και την κριτική θεώρηση των θεολογικών ιδεών και απόψεων του Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού κ. Ιωάννου Ζηζιούλα , όπως αυτές εκτίθενται εις το προσφάτως δημοσιευθέν βιβλίο του: «Η κτίση ως ευχαριστία, θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της Οικολογίας», Αθήνα 1992.
Έναντι του θεοκεντρικού χαρακτήρος της «παραδοσιακής» ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, ήτις θεολογεί με αφετηρία και βάση την εν Ιησού Χριστώ θεία αποκάλυψη, όπως αυτή βιώνεται και διδάσκεται υπό της Ορθόδοξου Εκκλησίας, παρουσιάζει η εις το ως άνω βιβλίο του θεολογία του κ. Ζηζιούλα (εφεξής : κ. Ζ.) εμφανή την απόκλιση προς ένα ανθρωποκεντρισμό.
Ενταύθα πρόκειται ουχί περί επί μέρους επιδράσεων εκ της δυτικής θεολογίας, τις οποίες συναποκομίζει πας ορθόδοξος θεολόγος, θητεύσας εις τας θεολογικάς σχολάς της Δύσεως, αλλά περί ενός νέου τρόπου του θεολογείν στο χώρο της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας, με ισχυρά τη ροπή προς την φυσική, τ.έ. την φιλοσοφική, θεολογία, όστις, εκρίθη σκόπιμο να καταστεί γνωστός ευρύτερο, προς θεολογική συζήτησιν, αντιπαράθεση και αξιολόγηση, και ένταξη εκεί, ένθα ανήκει, δεδομένου ότι απηχεί απόψεις ενός ουχί τυχαίου Έλληνος ορθοδόξου θεολόγου και επισκόπου.
Οι εντός παρενθέσεως αριθμοί παραπέμπουν εις το ως άνω βιβλίο του κ. Ζ., για δε τις υπογραμμίσεις, επειδή δεν κατέστη δυνατόν να τηρηθεί η δέουσα τάξη, παρακαλώ τον αναγνώστη, όπως ανατρέχει στο κείμενο προς επαλήθευση. Οι τίτλοι των περιεχομένων της δικής μου εργασίας έχουν ως ακολούθως:
ΝΕΟ-ΒΑΡΛΑΑΜΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ;
Η θεολογία του κ. Ζηζιούλα, όπως αναπτύσσεται εις το βιβλίον του: Η κτίση ως ευχαριστία, παρουσιάζει αντιστοιχίας προς την θεολογίαν του Βαρλαάμ, του λατίνου εκείνου μοναχού και θεολόγου, όστις ελθών εις την Ανατολήν (14ος αιών) προέβαλε την δυτικήν και την προσωπικήν του θεολογίαν εις βάρος της βιολογίας των Ορθοδόξων. Τούτον δε αντιμετώπισε θεολογικώς ο μεγάλος δογματικός θεολόγος της εποχής εκείνης Αγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όστις και απέδειξεν, ότι η θεολογία του Βαρλαάμ είναι, κατ' ουσίαν, ουχί χριστιανική, αλλά φυσική, τ.ε. φιλοσοφική, αφού εις τον στοχασμόν και εις την προβληματικής της δεν έχει ως αφετηρίαν και κέντρον την εν Ιησού Χριστώ θείαν αποκάλυψιν.
Η απουσία δε της εν Ιησού Χριστώ θείας αποκαλύψεως, αλλά και της ορθοδόξου εκκλησιολογικής θεολογίας είναι αισθητή και εις το ως άνω βιβλίον του κ. Ζ.
Σημειώνω και επαναλαμβάνω τα ακόλουθα:
Ο Χριστιανισμός, και ιδίως η θεία Ευχαριστία, —το θεμελιώδες δομικόν στοιχείον του— παρουσιάζονται ως η σύνθεση της ελληνικής με την εβραϊκή σκέψη στο έδαφος του Χριστιανισμού (51), ή ως έκπτωσις επί του οποίου θεμελιούται ο Χριστιανισμός, εκ των αρχικών - γνησίων περιεχομένων του, μετά τους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες της χριστιανικής περιόδου (53). Ουδαμού εμφανίζεται η σάρκωσις η ενανθρώπησις του Υιού του Θεού, ήτοι το κατ' εξοχήν θαύμα, επί του οποίου θεμελιούται ο Χριστιανισμός, ως συμβάν μοναδικόν και ανεπανάληπτον εις την θρησκευτικήν ιστορίαν της ανθρωπότητος, και όχι ως σύγκραμα ετερογενών θρησκευτικών δοξασιών (συγκρητισμός). Ουδέποτε γίνεται ειδικός ή διεξοδικός λόγος περί της θείας φύσεως του Ιησού Χριστού, περί του Θεανθρώπου κλπ. Όπου δε —εις ελαχίστας και μεμονωμένος περιπτώσεις— έρχεται ο λόγος περί Αυτού, Ούτος παρίσταται ως ο κατ' εξοχήν άνθρωπος και ως το πρότυπο (model) της σωστής σχέσεως του ανθρώπου προς το φυσικό κόσμο (120, 30). Αυτό, λοιπόν, είναι ο Ιησούς Χριστός, ήτοι ενδοκοσμικόν model της σωστής σχέσεως του ανθρώπου προς τον φυσικό κόσμο, ή είναι ο Λυτρωτής, ο κατα’ αλλάσσων ημάς προς τον Θεόν: Θεός ην εν Χριστώ, κόσμον καταλλάσσων Εαυτώ (Β' Κορ. 5, 19); Αλλά ο λόγος, δια τον οποίον ο κ. Ζ. αποφεύγει το γεγονός της σαρκώσεως του θείου Λόγου, είναι σαφής. Το γεγονός τούτο αποτελεί το κατ' εξοχήν θαύμα της χριστιανικής πίστεως, ο δε κ. Ζ. απορρίπτει το θαύμα· περί αυτού ο λόγος κατωτέρω.
Εν γένει εκ του βιβλίου του κ. Ζ. είναι αισθητή η απουσία του θείου παράγοντος, του παράγοντος Θεός. Ο θεοκεντρικός χαρακτήρ, όστις θεμελιώνει πάσαν Ορθόδοξον θεολογίαν εχει σχεδόν εξαφανισθεί, αντί δε τούτου τον θεολογικόν στοχασμόν του κ. Ζ. προσδιορίζει ισχυρά τάσις προς ανθρωποκεντρισμόν και κοσμοκεντρισμόν. Εις την θεολογίαν του ουδεμία σημασία αποδίδεται εις τον εν Τριάδι Θεόν, Οστις τα πάντα εις τον κόσμον ενεργεί και φέρει προς το τέλος των, ότι εξ Αυτού (Πατήρ) και δι' Αυτού (Υιός, Άγιον Πνεύμα) και εις Αυτόν (Πατήρ) τα πάντα (Ρωμ. 11, 36). Πλήν φρασιδίων τινών ουδεμίαν παρουσίαν έχει εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού και το έργον Του, και προ παντός το Άγιον Πνεύμα —ο Θεός του παρόντος— και το έργον Τον. Μόνον ο Πατήρ-Δημιουργός εμφανίζεται, όπως αρμόζει για μια θεολογία της δημιουργίας(60). Κατ' εξοχήν χριστιανικαί και θεοκεντρικαί έννοιαι, όπως: θεία πρόνοια, θεία χάρις, θαύματα, πίστις, συναίσθησις της ιδίας αμαρτωλότητος και αναξιότητος κλπ. ουδαμού, σχεδόν, απαντώνται.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ως φορεύς του γνησίου χριστιανικού πνεύματος και της αληθείας, είναι, σχεδόν, ανύπαρκτος, ανήκουσα εις εκείνους, που Ισχυρίζονται ότι έχουν την Αλήθεια(41)! Υπάρχει μία εμφανής αποστροφή προς την δογματικήν παράδοσιν της Ορθοδοξίας: η θεολογία της ομιλεί μια εσωτερική γλώσσα, που την κατανοούν, όσοι έχουν τας αυτάς δογματικάς πεποιθήσεις(112)· προς την ηθικήν της Ορθοδοξίας: ηθικά κατασκευάσματα(36), και ακόμη προς τους λατρευτικούς της τύπους: Η Ευχαριστία έχει συνδεθεί στη συνείδηση μας με μια εκδήλωση ευσεβισμού(19). Εις ταύτα, εάν προστεθούν: ο τέλειος παραμερισμός της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της Εκκλησίας, —ο κ. Ζ. ομιλεί διαρκώς περί Εκκλησίας ή χριστιανικής Εκκλησίας—, η αποψίλωσις της θείας Ευχαριστίας ως απλής ευχαριστιακής αναφοράς —εν στοιχείον αποδεκτόν επί οικουμενικής βάσεως—, με σύγχρονον απόρριψιν του Ιδίου —δια τους Ορθοδόξους— χαρακτήρος αυτής ως θυσίας, η τελεία περιφρόνησις της παραδόσεως δια της απορρίψεως όλων σχεδόν των, κατ' εξοχήν, ανθρωπολογικών της δογμάτων, η τελεία αποσιώπησις των Οικουμενικών συνόδων, —και ευλόγως, αφού συνεκλήθησαν αύται εν ζωή μετά τους πρώτους δύο ή τρεις αιώνες—, και το ότι υπάρχει μεν ακόμη η ελπίδα του κόσμου λειτουργικά, αλλά, δυστυχώς, η Ορθοδοξία σαν μια αποτυχημένη μαρτυρία(36), και από την έλλειψη λειτουργικής αγωγής(19), δεν είναι εις θέσιν πλέον να επιτελέσει την θείαν Εύχαριστίαν ορθώς, έχομεν, σχεδόν, πλήρη την εικόνα της θεολογίας του κ. Ζ.: πάντες εξέκλιναν άμα ηχρειώθησαν (Ρωμ. 3, 12)!
Θα κλείσωμεν το πρώτον σημείον της θεολογίας του κ. Ζ., με ολίγα τίνα περί του θαύματος, όπως ούτος εκλαμβάνει τούτο. Ο κ. Ζ. εις το βιβλίον του: Η κτίση ως ευχαριστία, αναφέρεται συγκεκριμένως δύο φοράς εις το θαύμα. Παραθέτομεν τα σχετικά χωρία: Αν η κτίση προσπαθούσε να πετύχει τη σωτηρία της μόνο με την υπακοή στο Θεό —με την έννοια της αποδοχής, ας το πούμε έτσι, των ορίων της, και όχι προσπαθώντας να τα υπερβεί— η σωτηρία της θα απαιτούσε το θαύμα του από μηχανής Θεού,... Αυτό θα κατέληγε σε θέσεις, που δεν θα είχαν καμμιά λογική σχέση με τα υπόλοιπα δόγματα της πίστεως μας... (110). Εδώ αι ακόλουθοι παρατηρήσεις: Η κτίση δεν μπορεί να πετύχει τη σωτηρία της μόνο με την υπακοή στο Θεό, δηλ. ,με την αποδοχή των ορίων της, διότι, έτσι, η σωτηρία της θα απαιτούσε το θαύμα του από μηχανής Θεού, ήτοι αφού η ιδία, άφ' εαυτής, δεν θα ηδύνοττο να σωθεί — με το να παραμείνει εντός των κτιστών ορίων της—, θα έπρεπε να παρέμβει ο Θεός εκτάκτως, τούθ' όπερ σημαίνει δια θαύματος. Παρέμβασις του Θεού, εν τη έννοια επιτελέσεως θαύματος, ενθυμίζει το θαύμα του από μηχανής Θεού εις τον αρχαίον Ελληνισμόν. Κάτι παρόμοιον δε δεν θα είχε καμμιά λογική σχέση με τα υπόλοιπα δόγματα της πίστεως μας, αφού ο άνθρωπος, και δι' αυτού ο κόσμος, μπορεί άφ' εαυτού και αν εν τον Θεόν να υπερβεί τον εαυτό του για να σωθεί( 110, 111), —το θαύμα δεν χρειάζεται!
Η δευτέρα αναφορά εις (το θαύμα έχει ως εξής: Με άλλα λόγια, το θαύμα θα μπορούσε να σώσει τον κόσμο. Ίσως αυτή είναι η απάντηση, που δίνεται από πιο πολλούς ανθρώπους, όταν αντιμετωπίζουν αποκαλυπτικές καταστάσεις. Αλλά η χριστιανική πίστη δεν δέχεται τη λύση ενός από μηχανής Θεού. Δεν μπορούμε, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, να προτείνουμε θεία επέμβαση στο τέλος της τραγωδίας, όταν το κάθε τι κινείται με μαθηματική ακρίβεια προς την καταστροφή. Ο Θεός, όταν δημιούργησε τον κόσμο, δεν τον άφησε χωρίς τα μέσα της σωτηρίας του. Δημιουργώντας τον του έδωσε τη δυνατότητα να σωθεί (95).
Εδώ πλέον είναι η πρόθεσις του κ. Ζ. αποκαλυπτική! Το θαύμα δεν χρειάζεται, διότι δεν είναι αναγκαίον. Ο κόσμος δύναται να σωθεί άφ' εαυτού: Ο Θεός, δημιουργώντας τον του έδωσε τη δυνατότητα να σωθεί, καθώς και τα μέσα της σωτηρίας του. Συνεπώς, τι χρειάζεται η θεία παρέμβαση; —Θα ωμοίαζε σαν τη λύση ενός από μηχανής Θεού, αλλά η χριστιανική πίστη δεν δέχεται τη λύση αυτή! Τη λύση αυτήν την δέχονται οι πιο πολλοί άνθρωποι, δηλ. ο απλούς λαός, όταν αντιμετωπίζουν αποκαλυπτικές καταστάσεις, δηλ. δύσκολες καταστάσεις, οπότε προσφεύγουν εις τον Θεόν και ζητούν την θεία παρέμβαση, και βοήθεια, ήτοι το θαύμα! Αλλά αι επικλήσεις θείας παρεμβάσεως αφορούν μόνον τους πιο πολλούς ανθρώπους. Οι ολίγοι, οι μορφωμένοι, δεν δέχονται τη λύση... του θαύματος. Ο κόσμος μπορεί να σωθεί μόνος και άφ' εαυτού.
Παραθέτω μίαν ευρυτέρον διατύπωσιν του ανωτέρω αποσπάσματος, δημοσιευθείσαν εις το: Christianity and Ecology, υπό Ε. Breuilly και Μ. Palmer, 1992, 53 - 54 (η μετάφρασις ύπ' εμού): Έτσι θα πρέπει να υπάρχει κάποια ελπίς δια την επιβίωσιν του κόσμου. Αλλά πως; Μία πρώτη απάντησις θα ηδύνατο να είναι,... ο Θεός θα ηδύνατο να επιτελέσει εν θαύμα δια να σώσει τον κόσμον. Ίσως είναι αύτη η διδομένη απάντησις υπό των πλείστων ανθρώπων εν όψει επαπειλούμενης καταστροφής. Αλλά η χριστιανική πίστις δεν πιστεύει εις το είδος τούτο της μηχανικής λύσεως. Εις τίνα αρχαίας ελληνικάς και ρωμαϊκάς τραγωδίας, ότε το παν εφαίνετο να κινείται προς την καταστροφήν με αναπόδραστσν λογικήν, η λύσις ήτο να κατέλθει θεός τις επί της σκηνής εκ των άνω, όστις και θα απεκαθίστα παν, ό,τι είχεν υποστεί ζημίαν. Τούτο συνηθίζετο να είναι γνωστόν ως ο από μηχανής θεός, ο θεός εκ της μηχανής. Η Ιστορία, η Βίβλος, και η προσωπική μας πείρα διδάσκουν, ότι ο Θεός ημών δεν ενεργεί κατ' αυτόν τον τρόπον.
Ο κ. Ζ., λοιπόν, δεν αποδέχεται την λύσιν του θαύματος, δια να σώσει ο Θεός τον κόσμον, και ισχυρίζεται, ότι η χριστιανική πίστις δεν πιστεύει εις το είδος τούτο της μηχανικής λύσεως, ότι δηλ. δεν κατέρχεται ο Θεός εκ των άνω, και ότι ακόμη και η Βίβλος... διδάσκει ότι ο Θεός ημών δεν ενεργεί κατ' αυτόν τον τρόπον. Πιστεύει, λοιπόν, ο κ. Ζ. εις έκτακτους ενεργείας, δηλ. εις θαύματα, του Θεού προς τον κόσμον, και πως εννοεί ταύτας, αν ουχί ως λύσεις ενός από μηχανής Θεού, ήτοι μη εντασσομένας εις λογικά ή φυσικά ή ιστορικά πλαίσια, και εις καινάς ανθρωπίνας εμπειρίας; —Η Βίβλος παρέχει ή ουχί τοιαύτας μαρτυρίας περί θείας επεμβάσεως εις την ιστορίαν και εις την ζωήν των ανθρώπων; Δεν παραδέχεται, λοιπόν, η χριστιανική πίστις θαύματα; Και διατί ουδαμού αναφέρεσθε εις ταύτα; Αν ο κ. Ζ. πιστεύει, ότι η χριστιανική πίστη αποδέχεται θαύματα, πως εννοεί ούτος ταύτα, και διατί, απορρίπτων το θαύμα του από μηχανής Θεού, δεν διευκρινίζει, ποίον είδος θαύματος αποδέχεται ούτος, προς αποφυγήν συγχύσεως και εκ μέρους των αναγνωστών του; —Εις τα ανωτέρω ερωτήματα ο κ. Ζ. ασφαλώς και δεν θα απαντήσει: διότι εις όλον το βιβλίον του ούτε ένδειξις, —αν δεν απατώμαι— υπάρχει, εμφανίζουσα τον Θεόν ως ενεργόν και δρώσαν εις τον κόσμον Οντότητα.
Ο Θεός, τον οποίον εμφανίζει ενταύθα ο κ. Ζ., είναι μεν παλαιάς, αλλά και πάντοτε νέος: είναι ο Θεός του λεγομένου φιλοσοφικού Deismus. Τούτον διεκήρυξαν εις την αρχαίαν Ελλάδα οι λεγόμενοι Επικούρειοι, και από μίαν εξυπνάδα, ήτοι δια να μη κατηγορηθούν ως άθεοι και υποστούν τας νομίμους κυρώσεις υπό της κρατικής θρησκείας. Κατά τούτους, λοιπόν, ο Θεός και βεβαίως υπάρχει! Αλλά το θείον καθεύδει εις το επέκεινα, ατάραχον και μακάριον, ουδόλως ασχολούμενον περί τα του κόσμου και των ανθρώπων θεία πρόνοια δεν υπάρχει! Εις τα του κόσμου, η θεία φύσις μηδαμή προσαγέσθω, άλλ' αλειτούργητος διατηρείσθω και εν τη πάση μακαριότητι, αναφέρει Διογένης ο Λαέρτιος εις τα περί Επικούρου. Υπάρχει, λοιπόν, θεία φύσις, άλλ' αυτή είναι αλειτούργητος!
Αιώνας πολλούς αργότερον η πολυμήχανος Δύσις επανέφερε το δόγμα τούτο εν ζωή, διακηρύξασα ότι ο Θεός υπάρχει μεν, άλλ' είναι, εν σχέσει προς τον κόσμον, αλειτούργητος, ήτοι άνεργος και άστεγος (εποχή από του 1650 περίπου και εξής). Δια του δόγματος τούτου ο άνθρωπος των νεωτέρων χρόνων επέτυχε δύο τινά: και με την θρησκείαν να τα έχει καλά, αφού απέρριπτε μεν την πρόνοιαν του Θεού; αλλά δεν ηρνείτο την ύπαρξιν αυτού, δηλ. δεν διεκήρυσσεν εκπεφρασμένως αθεΐαν, αλλά και με την επιστήμην της Φυσικής, η οποία, προσκεκολλημένη, όπως ήτο, εις τον επιστημονικόν μύθον περί μηχανικής νομοτέλειας του σύμπαντος, απέρριπτε μετά βδελυγμίας κάθε σκέψιν περί θείας επεμβάσεως, δηλ, περί του δυνατού επιτελέσεως θαύματος, εις τον κόσμον. Σήμερον, βεβαίως, τα πράγματα έχουν ριζικώς αλλάξει: Η ιδία η Φυσική κατέρριψε τελεσιδίκως τον νόμον της Αιτιοκρατίας (W. Heisenberg) της παλαιάς μηχανικής Φυσικής, και, ως εκ τούτου, —τουλάχιστον με βάσιν τα επιστημονικά δεδομένα της— δεν δύναται να αποκλείσει το δυνατόν επιτελέσεως θαύματος. Όμως ο κ. Ζ., παρακολουθών και την σύγχρονον επιστήμην της Φυσικής, επιμένει εις την απόρριψιν του θαύματος, αφού και η ιστορία, η Βίβλος και η προσωπική μας πείρα διδάσκουν, ότι ο Θεός ημών δεν ενεργεί κατ' αυτόν τον τρόπον!
Ο αναγνώστης ίσως εκπλαγεί, εάν θα πληροφορηθεί, ότι η θεμελιώδης διαφορά εις την θεολογικήν διαμάχην, η οποία ξέσπασε κατά τον 14ον αιώνα εις το Βυζάντιον μεταξύ του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και του λατίνου φυσικοθεολόγου μοναχού Βαρλαάμ, συνίστατο ακριβώς εις τούτο: εις το γεγονός δηλ, ότι ο Βαρλαάμ διεκήρυσσεν ένα θεόν ανενέργητον, και, κατ' ακολουθίαν, ανύπαρκτον. Ο Βαρλαάμ δήλος έστιν ου τον πάντων ποιητήν προσκυνών, αλλά θεόν τι να ανενέργητον. Ο γαρ Βαρλαάμ, δι' ων φησίν, ανύπαρκτον ημίν εισάγει θεόν... άθεος έστιν ο τούτο λέγων: ουκ έχει φυσικάς και ουσιώδεις ενεργείας ο Θεός (Γ' Προς Ακίνδυνον 3. 4), —αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Ο Θεός δηλ., μη έχων φυσικάς ενεργείας, δεν δύναται να επέμβει εις τα του κόσμου, δια της προνοίας, θείας Χάριτος και του θαύματος, και αν ακόμη ήθελε! Πως ενεργεί, όμως, ο Θεός εις τα του κόσμου; —Μόνον εμμέσως, ήτοι δια των κτιστών ενεργειών. Αύται δε ουδέν έτερον είναι ει μη τα φυσικά προσόντα, τα οποία έχει ο Θεός εγκτίσει εις την φύσιν των όντων κατά την δημιουργίαν, και δια των οποίων ο κόσμος και ο άνθρωπος δύναται άφ' εαυτού και άνευ του Θεού να τελειωθεί, ήτοι να σωθεί· τοιαύτα δε είναι το είναι, και το ζην, και το λογίζεσθαι, και το νοείν (Περί θείας και θεοποιού μεθέσεως,· πρβλ. πλείονα: Μ. Λ. Φαράντου, Η περί Θεού ορθόδοξος διδασκαλία, 1985, 479 εξ.).
Ο άνθρωπος, λοιπόν, δύναται να σωθεί και να σώσει τον κόσμον μόνος και άφ' εαυτού, και άνευ της βοηθείας του Θεού, κάμνων χρήσιν των φυσικών αυτού προσόντων, τ.έ. του κατ’ εικόνα Θεού: του λογίζεσθαι, του νοείν, της ελευθέρας βουλήσεως του, —αυτή είναι η ουσία της αθεολογίας του Βαρλαάμ.
Ο Βαρλαάμ απέδιδεν υψίστην σημασίαν εις τα κατά φιλοσοφίαν μαθήματα, τουτέστιν εις την θύραθεν, κοσμικήν, επιστήμην, θεωρών την έξω παιδείαν σωτήριον (Γρηγ. Παλ.: Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων..., 24), και δογματίζων δια της έξω και μωρανθείσης σοφίας την γνώσιν των όντων και την προς Θεόν άνοδον (1, 3: Υπέρ των ίερώς ήσυχαζόντων..., 41).
Τον σωτήριον χαρακτήρα της έξω σοφίας, της επιστήμης και της φιλοσοφίας, πρεσβεύει μετά πάθους και ο κ. Ζ., ως γνωστόν, απαιτών εκ της θεολογίας να μεταβληθεί εις εν πανδοχείον συλλογής (εκλεκτικισμός) ο,τιδήποτε καλού(!) ήθελε συλλέξει εκ της επιστήμης, τέχνης, φιλοσοφίας, και εκ των λοιπών περιοχών του σκέπτεσθαι (μν. έργ.: Christianity..., 53), ήτοι οφείλει να προβεί σε μία δημιουργική χρήση η θεολογία όλων αυτών των νέων εξελίξεων της βιολογίας και της φυσικής σε συνδυασμό με όσα η χριστιανική παράδοση μπορεί(!) να προσφέρει για τον ίδιο σκοπό (58).
Εκ της ανωτέρω θεολογίας του Βαρλαάμ ουδέν έχει να ζηλεύσει η θεολογία του κ, Ζ., η οποία κινείται επί των αυτών βάσεων.
Συνοπτικώς αναφέρομεν και επαναλαμβάνσμεν τα ακόλουθα:
Ο Θεός εις τον θεολογικόν στοχασμόν του κ. Ζ., υπάρχει μεν, άλλ' ως παθητική Οντότης. Ουδαμού εμφανίζεται, ενεργών εις τον κόσμον. Σημειωτέον, ότι εις ολόκληρον το βιβλίον του κ. Ζ. ουδέ απλή μνεία γίνεται του κατ’ εξοχήν ορθοδόξου δόγματος των άκτιστων, θείων ενεργειών, το οποίον, όπως φαίνεται, αδυνατεί να εντάξει εις τας λογικάς συνεπείας της ανθρωποκεντρικής θεολογίας του. Σαφές δε είναι, ότι μόνον δέχεται ο Θεός τα υπό του ανθρώπου-ιερέως προσφερόμενα, και αναφερόμενα, δώρα της δημιουργίας, ως ο Δημιουργός-Πατήρ.
Πάντα τα λοιπά ποιεί εις τον κόσμον μόνον ο άνθρωπος. Ο κόσμος παρουσιάζεται ως αυτόνομος: Ο Θεός... δημιουργώντας τον του έδωσε την δυνατότητα να σωθεί, καθώς και τα μέσα (95). Ο άνθρωπος δε μπορεί άφ' εαυτού να σώσει τον κόσμον: μπορεί ο άνθρωπος να ελευθερώσει την κτίση από τα δεσμά της και να την οδηγήσει στη σωτηρία μέσω της δικής του ελευθερίας (Π 2). Ούτος κέκτηται προς τούτο πάντα τα φυσικά προσόντα —εις την γλώσσαν του Βαρλαάμ: τας κτιστάς ενεργείας, αφού το κατ' εικόνα του και μετά την πτώσιν του παρέμεινεν αδιάφθορον ως μη επί συμβάσης αμαρτίας. Η πτώσις του υπήρξεν μόνον εν λάθος, άνευ αρνητικών συνεπειών. Η φύσις του παρέμεινεν αδιάφθορος: νοεϊν, θέλειν, ελευθερία κλπ., άνευ φθοράς και διαστροφής.
Συνεπώς δεν χρειαζόμεθα λυτρωτάς προς απολύτρωσιν! 'Ο άνθρωπος μπορεί να επιτελέσει το έργον τούτο: με την απόλυτον ελευθερίαν του, —αρκεί να προσέξει στην εφαρμογή της, ήτοι, αφού την αναπροσαρμόσει και της δώσει νέο προσανατολισμό(109), ασφαλώς θα επιτύχει, και με εφόδιον την έξω σοφίαν: τον Δαρβινισμόν, την Βιολογίαν, την Φυσικήν, την Φιλοσοφίαν και την άλλην επιστήμην έτσι, ώστε να μην προσκρούσωμε σε λογικές αντιφάσεις, και να έχομε οικοδομητική συζήτηση με τους φυσικούς επιστήμονες (88, 89)! Η κτίσις, η δημιουργία, είναι ο ναός, ειδικούς δε ιερείς δεν χρειάζεται να έχομε: ο άνθρωπος είναι ο Ιερέας της δημιουργίας, —μόνον μία ιερωσύνη υπάρχει: η ιερωσύνη του ανθρώπου(112)! Ο άνθρωπος είναι η ελπίδα της κτίσεως(110), ο άνθρωπος είναι ο μεσίσης, ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο Θεό και την κτίση(119), δηλ., τι είναι ο άνθρωπος; —Είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στα δυο, το Θεό και τον κόσμο, —και εδώ παρακαλώ τον αναγνώστην να προσέξει: ο άνθρωπος μπορεί να διασφαλίσει την επικοινωνία ζωής ανάμεσα τους (90), δηλ. ανάμεσα στο Θεό και τον κόσμο... την επικοινωνία ζωής διασφαλίζει ο άνθρωπος και όχι ο Θεός!
Επαναλαμβάνω: Εις την θεολογίαν ταύτην του κ. Ζη ζιούλα έχομεν αλλαγήν θεολογικού τρόπου σκέψεως, και δη: εκ του θεοκεντρισμού της παραδοσιακής θεολογίας προς τον πλήρη ανθρωποκεντρισμόν της θεολογίας του Υπαρξισμού και της θεολογίας —του— θανάτου —του— Θεού των παρελθουσών δεκαετιών του αιώνος μας. Εδώ έχομεν την θριαμβευτικήν πορείαν τον ανθρώπου —άνευ έτερου τινός προσδιορισμού—, της μόνης δρώσης εις τον κόσμον και εις την ιστορίαν Δυνάμεως, όστις κατέστρεψε μεν τον κόσμον, λόγω κακής εφαρμογής της απολύτου ελευθερίας του(109), αλλά αποτελεί συγχρόνως και την μόνην ελπίδα της σωτηρίας του, έφ' όσον, βεβαίως, την αναπροσαρμόσει και της δώσει νέο προσανατολισμό (109). Ο θρίαμβος του νιτσεϊκού Υπερανθρώπου, του Ανθρωποθέου, όστις τα πάντα μπορεί, του αρχαίου Άτλαντος, όστις σηκώνει στα χέρια του την κτίση(113), και μπορεί ακόμη και να την καταστρέψει (123 ), συντελείται πλέον και εις τον χώρον της ορθοδόξου θεολογίας δια του είδους τούτου της θεολογίας του κ. Ζηζιούλα!
Ο περιωρισμένος χαρακτήρ της παρούσης εργασίας, με ηνάγκασε να ασχοληθώ πρωτίστως μεν με την παρουσίασιν των θεολογικών απόψεων του κ. Ζηζιούλα, όπως εκτίθενται αύται εις το ήδη μνημονευθέν βιβλίον του: Η κτίση ως ευχαριστία, καθώς και με τον κριτικόν αυτών έλεγχον, όλως δευτερευόντως δε με την αντιπαράθεσιν των θέσεων της ορθοδόξου δογματικής θεολογίας. Επίσης απέφυγαν να επεκταθώ εις την κριτικήν επί μέρους απόψεων και λεπτομερειών του βιβλίου: θεολογικών, φιλοσοφικών ή και επιστημονικών, δια την επιστημονικήν ακρίβειαν τινών εκ των οποίων διατηρώ επιφυλάξεις. Περαιτέρω επέκτασις της εργασίας, θα απήτει πλήθος αριθμού προσθέτων σελίδων.