
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ
ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΝΗΛΙΚΩΝ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ
Α. Ετυμολογία, άλλες ονομασίες και ορισμός της έννοιας του Βαπτίσματος:
Κατά τους φιλόλογους, το ρήμα «βαπτίζω» είναι θαμιστικόν του ρήματος «βάπτω» και σημαίνει καταδύω, βυθίζω σε υγρόν1 ή και απολούω.
Πάντως, στην Καινή Διαθήκην οι λέξεις «βαπτίζω», «βάπτισμα», «βαπτισμός» δεν χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνον προς δήλωση του «χριστιανικού Μυστήριου του Βαπτίσματος», αλλά και δι' άλλα τινά2. Με την έννοιαν του χριστιανικού Μυστήριου του Βαπτίσματος χρησιμοποιείται κοινότερον και συνηθέστερον η λέξη Βάπτισμα3 μέχρι σήμερα σαν «τεχνικός όρος» πλέον.
Η Καινή Διαθήκη, όμως, προς δήλωση της τελευταίας αυτής έννοιας, πλήν της ονομασίας «Βάπτισμα», χρησιμοποιεί και άλλες περιγραφικές τοιαύτες, όπως π.χ.: «λουτρόν παλιγγενεσίας»4, «σφραγίς»5 «φωτισμός»6 κ.λπ.
Όσον, τώρα, για τον ορισμόν της θεολογικής εκκλησιαστικής έννοιας του,το Βάπτισμα αποτελεί ένα από τα επτά Μυστήρια της Εκκλησίας, το πρώτον, που μπορεί κανείς να λάβει στην Εκκλησίαν, και μη επαναλαμβανόμενον, το και αναγκαιότατον δια την εισδοχήν στην επίγειαν Εκκλησίαν του Χριστού και στη θριαμβεύουσαν των εκλεκτών του Θεού, δια την ενσωμάτωση στο μυστικόν σώμα του Χριστού. Είναι δε αναγκαιότατον, κατά θεία διάταξη, δι' όλους, όσοι εγεννήθηκαν και είναι εις την ζωήν ακόμη, και το οποίον επιτρέπει στο βαπτισθέντα να γίνει δεκτός σ' όλα τα υπόλοιπα Μυστήρια της Εκκλησίας του Χριστού7.
Αν δε το Μυστήριον αυτό ονομάζεται Βάπτισμα, είναι λόγω της τέλεσής του, η οποία γίνεται με τριπλή κατάδυση, βύθιση στο ύδωρ και, όπως θα δούμε, με αντίστοιχην επίκληση των τριών θείων προσώπων της Αγίας Τριάδας.
Ενεργεί δε το Μυστήριον αυτό υπερφυώς πάνω στην ψυχήν του βαπτιζόμενου εκριζώνοντάς του κάθε προηγούμενην αμαρτίαν, δηλαδή αναγεννώντας τον και αγιάζοντάς τον, δικαιώνοντάς τον.
Αν δε το χριστιανικόν Βάπτισμα το ονομάζουμε Μυστήριον, είναι επειδή όπως περιγράφεται η τέλεσή του στην Καινή Διαθήκη, αυτό συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα ενός μυστηρίου και τα οποία είναι τα εξής τρία:
α) Η σύσταση, ίδρυση, θέσπιση, καθιέρωση του χριστιανικού Βαπτίσματος, όπως θα δούμε από τον ίδιον τον Χριστόν. Είναι δηλαδή το Βάπτισμα όπως λέμε: «εκ θείας συστάσεως», για όσους πιστεύουν και δέχονται τον Ιησούν Χριστόν ως Θεόν και αυτό ακριβώς αποτελεί την ουσία του. Επομένως η ουσία του δεν έγκειται απλά στην πίστη του βαπτιζόμενου και μόνον, όπως λανθασμένα ισχυρίζονται οι προτεστάντες, σύμφωνα με την περί Δικαίωσης πλάνην τους. Βέβαια η πίστη του ενήλικα βαπτιζόμενου είναι μεν απαραίτητη όχι όμως επειδή τάχα η πίστη αυτή είναι η ουσία του Βαπτίσματος, ούτε επειδή η πίστη τελειοί το Βάπτισμα. Το μυστήριο τελείται και τελειούται «εκ θείας διατάξεως». Η πίστη του βαπτιζόμενου αποτελεί μόνο την προϋπόθεση, τον όρο για να καρπωθεί ο βαπτιζόμενος επωφελώς τα ωφέλιμα δι’αυτόν αποτελέσματα του Βαπτίσματος. Όχι για να ολοκληρωθεί η αντικειμενική τέλεσή του. Ονομάζομεν, λοιπόν, το Βάπτισμα και «Μυστήριον της Πίστεως» δηλαδή το κατ’ εξοχήν Μυστήριον της πίστης, διότι η Πίστη είναι ο υποκειμενικός απαραίτητος όρος για την υπό του ενήλικα βαπτιζόμενου επωφελή οικίωση της βαπτισματικής χάρης.
β) Το Βάπτισμα έχει και το δεύτερον στοιχείο ενός εκκλησιαστικού μυστηρίου: το εξωτερικόν στοιχείον, το ορατόν, το αισθητόν: Κι’ αυτό είναι το ύδωρ, καθώς και η δια λόγου επίκληση του ονόματων των τριών θείων προσώπων της Αγίας Τριάδας, κατά την αντίστοιχην τρισσήν βύθιση στο ύδωρ8.
γ) Τρίτον στοιχείον του Μυστηρίου του Βαπτίσματος είναι η αόρατη μετάδοση της (θείας χάρης9, επί τον βαπτιζόμενον, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την συγχώρηση και τον αγιασμόν, δηλαδή την αναγέννηση και δικαίωση του ατόμου. Αυτά ακριβώς τα τρία σημεία είναι που αναδεικνύουν το Βάπτισμα Μυστήριον της Εκκλησίας του Χριστού. Θα τα αναπτύξουμε δε εν τοις εξής:
Β. Είναι, αρά γε, ο Ίδιος ο Ιησούς Χριστός ο ιδρυτής του χριστιανικού Βαπτίσματος και άρα υπάρχει πράγματι ένα τέτοιο «ειδικά χριστιανικό Βάπτισμα», που να διαφέρει δηλαδή άπ' τα τυχόν άλλου είδους Βαπτίσματα και, ποια η ειδοποιός διαφορά του άπ' αυτά;
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας δέχεται και διδάσκει και. επομένως, αποτελεί άρθρον της πίστης μας ότι - πρώτον -υπάρχει ένα «ειδικά χριστιανικό Βάπτισμα», το οποίον - δεύτερον - έχει «θεία σύσταση» δηλαδή ιδρύθηκεν άπ' τον ίδιον τον Χριστόν με δικήν του θεϊκήν απόφαση, το οποίον έχει συγκεκριμένην αποτελεσματικότητα και για την τέλεση του οποίου έδωσεν Αυτός ρητήν όσον και σαφή εντολήν στους μαθητές του, όπως θα δούμεν.
I. Τα δεδομένα της Καινής Διαθήκης
Βέβαια, η Καινή Διαθήκη δεν λέγει ρητά και κατά λέξη ότι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός ίδρυσεν το χριστιανικό Βάπτισμα. Το λέγει όμως με διατυπώσεις ισοδύναμες και με εκφράσεις συνώνυμες. Θεωρείται πάντως δεδομένον ότι η Καινή Διαθήκη τέτοιαν ίδρυση την προϋποθέτει, όπως θα δούμε αμέσως κατωτέρω:
Πράγματι, παρατηρούμεν ότι ο Ιησούς όχι μόνο δίνει στους αποστόλους του, μετά την ίδρυση της Εκκλησίας, την εντολή να βαπτίζουν όλα τα έθνη (Ματθ. κη', 19), αλλά τον παρακολουθούμε να βεβαιώνει, άπ' την αρχήν του δημόσιου έργου του, την ανάγκη για μιαν αναγέννηση πνευματικήν, που τη θεωρεί απαραίτητη, για να εισέλθει, οιοσδήποτε θέλει, στη βασιλείαν του Θεού (Ιωάν. γ, 1-8).
Είναι δε τέτοιον αυτό το τελευταίον εδάφιον, ώστε δεν είναι δυνατόν, παρά αποκλειστικά και μόνο να εννοεί το χριστιανικό Βάπτισμα. Για τις διαστρεβλώσεις και υπεκφυγές, που κάνουν κάποιοι Προτεστάντες σ' αυτό το εδάφιον, ιδέ παρακάτω στην παρούσα μελέτη. Βρίσκουμε, λοιπόν, σ' αυτό το χωρίον την αναγγελίαν και διακήρυξη περί μιας νέας ιερουργίας, της οποίας πρώτος ο Ιησούς διακηρύσσει την γενικήν αναγκαιότητα. Πρόκειται για «τελετουργίαν», η οποία έχει μεν την εξωτερικήν και ορατήν της πλευράν, αφού σ' αυτήν το νερό κατ' ανάγκην παίζει σπουδαίον και αναντικατάστατο ρόλον, αλλά και εσωτερικήν, μυστικήν, υπερφυά τοιαύτην, εφόσον η «τελετουργία» αυτή είναι καθαρώς αγιαστική και με τη συνένωση και σύνδεση ύδατος και του Αγίου Πνεύματος, η ίδια ανοίγει την είσοδόν της Βασιλείας του Θεού, αφού προκαλέσει στην ψυχήν του ανθρώπου μία νέαν ζωήν ανώτερης τάξης και υψηλότερου επίπεδου άπ' τη φυσικήν τοιαύτην.
Με άλλα λόγια, πρόκειται για τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού, που κοινώς ονομάζομε: χριστιανικό Βάπτισμα. Είναι δηλαδή όλα αυτά η φωτογραφία του.
Να συμπεράνουμε ότι κατά το ανωτέρω περιστατικόν στο οποίον παραπέμψαμε (Ιωάν. γ, 1-8), δηλαδή, κατά τη νυκτερινήν συζήτηση αυτού του θέματος μεταξύ Ιησού και Νικόδημου, ιδρύθηκεν το Μυστήριον του χριστιανικού Βαπτίσματος; Να υποθέσουμεν, πάλιν, ότι όχι ακριβώς τότε, αλλά λίγο πριν, και συγκεκριμένα κατ' αυτήν τη Βάπτιση του Ιησού συνεστήθη το εν λόγω Μυστήριον; Και οι δύο εκδοχές έχουν τους δικούς τους οπαδούς, με κοινότερην τη δεύτερην. Το κυριότερον καινοδιαθηκικόν επιχείρημα υπέρ αυτών των δύο απόψεων εξάγεται άπ' το Βάπτισμα, που εφάρμοζεν ο Κύριος, ή, μάλλον οι μαθητές του, λίγο μετά την συζήτησή του με το Νικόδημον (Ιωάν. γ',22,δ', 1-2) Εάν δε ο Ευαγγελιστής εδώ αποδίδει στον Κύριον τις βαπτίσεις, που τελούσαν οι μαθητές του, είναι επειδή συχνά μία ενέργεια αποδίδεται σε κάποιον, εν ονόματι του οποίου αυτή ασκείται και τελείται έστω και από άλλους.
Γεννάται όμως το ερώτημα: Στις προκείμενες περιπτώσεις Βαπτίσεων, που κατ' εντολήν του Κυρίου τελούσαν τότε οι μαθητές πρόκειται, λοιπόν, για τελέσεις Βαπτίσματος χριστιανικού; Όσοι αποδέχονται τις ανωτέρω δύο εκδοχές, απαντούν καταφατικά.
Ναι, λοιπόν, - λέγουν-. Πρόκειται εδώ περί του χριστιανικού Βαπτίσματος, διότι δεν θα ήταν δυνατό να θέλει ο Χριστός, ο Νυμφίος, να τελεί το προυπάρχον Ιωάννειο Βάπτισμα, εκείνο του δούλου, ο Δεσπότης10.
Εξ άλλου, κατά μίαν τρίτην άποψη, η σύσταση του Βαπτίσματος θα πρέπει να τοποθετηθεί μετά την Ανάσταση του Κυρίου, τότε που έλαβαν οι μαθητές την εντολή να βαπτίζουν τα έθνη (Ματθ. κη, 19). Πάντως, τα δεδομένα της Καινής Διαθήκης είναι ανεπαρκή, για ν' αποφανθεί κανείς οριστικά για το χρόνο σύστασης του χριστιανικού Βαπτίσματος.
Είναι όμως, επίσης, αρκετά πιθανόν το χριστιανικό Βάπτισμα να συνεστήθη προ των Παθών και της Σταύρωσης του Κυρίου: Δηλαδή, οι μαθητές δεν θα πρέπει να είχαν βαπτισθεί προ της Σταύρωσης, αφού κατά τον Μυστικόν Δείπνον έλαβαν και τη Θείαν Ευχαριστίαν; (Ματθ. κε', 14). Αλλά, θα πρέπει να διευκρινήσουμε ότι η σιωπή της Καινής Διαθήκης γύρω άπ' το χρονικόν σημείον της υπό του Κυρίου σύστασης του Μυστήριου του Βαπτίσματος ούτε παραβλάπτει ούτε εμποδίζει, ούτε μειώνει, ούτε καθ' οιονδήποτε τρόπον επηρεάζει τη βεβαιότητα αυτής ταύτης της ίδρυσης από τον Ίδιον τον Κύριον. Αυτό θα το δούμεν και πιο κάτω:
II. Οι Προτεσταντικές θέσεις για το «ειδικά χριστιανικό Βάπτισμα», τον ιδρυτήν του και τα συναφή:
Τη διδασκαλίαν της Εκκλησίας για την σύσταση του χριστιανικού Βαπτίσματος άπ' τον ίδιον τον Κύριον, την αποδέχονταν και οι αρχικοί Προτεστάντες, οι οποίοι, μάλιστα, δέχονταν να ονομάζουν το Βάπτισμα και ως «Μυστήριον», τονίζοντας συγκεκριμένα ότι μόνο δύο «μυστήρια» παρέδωσεν ο Χριστός: το Βάπτισμα και τη Θείαν Ευχαριστίαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι Προτεστάντες αυτοί είχαν και ορθήν περί του Μυστήριου του Βαπτίσματος αντίληψη.
Νεώτεροι όμως Προτεστάντες, οι λεγόμενοι Ελευθερόφρονες11, καθώς και οι από της παπικής Εκκλησίας αποκοπέντες Μοντερνιστές12, δεν δέχονται ότι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός καθιέρωσεν το χριστιανικό Βάπτισμα. Ομολογούν, βέβαια, ότι το χριστιανικό Βάπτισμα πρωτοεμφανίστηκεν στην αρχαίαν Εκκλησίαν της Καινής Διαθήκης, όπου και μαρτυρείται πολλαχώς, πάντως όμως εισήχθη - λένε - μετά Χριστόν και χωρίς τον Χριστόν, αλλά ενωρίς, κατά την αποστολικήν κι όλας εποχήν.
Υποστηρίζουν συγκεκριμένα ότι στην αρχαίαν Εκκλησίαν ήδη ενωρίς κάποιος ή κάποιοι άπ' τους μαθητές του Χριστού το εισήγαγαν στην Εκκλησίαν «σαν ειδικά χριστιανικό Βάπτισμα». Κι' άλλοι μεν Προτεστάντες ισχυρίζονται ότι αυτή η καινοτομία έγινεν εξ ειδωλολατρικής επίδρασης, άλλοι υποστηρίζουν ότι αυτός ο νεωτερισμός προήλθε μάλλον εξ ιουδαϊκής και μάλιστα Ιωάννειας συγκεκριμένα επιρροής, εννοώντας , οι τελευταίοι αυτοί, τον Ιωάννην τον βαπτιστήν. Πιο συγκεκριμένα, μερικοί άπ' τους «σοφούς» αυτούς προτεσταντίζοντες θεολόγους και ιστορικούς φορτώνουν σ' αυτόν τον Απόστολον Παύλον το έργο μιας τέτοιας «εισαγωγής» του Βαπτίσματος στην αρχαίαν Εκκλησίαν. Άλλοι πάλιν, επίσης Προτεστάντες θεολόγοι, αναγνωρίζουν μεν ότι ο ίδιος ο Ιησούς έδωσεν στους μαθητές την εντολήν να βαπτίζουν, αλλά ταυτόχρονα ισχυρίζονται, ότι διατάζοντάς τους να βαπτίζουν ο Ιησούς είχεν συνείδηση ότι δεν πρόκειται για νέον, «ειδικά χριστιανικό Βάπτισμα», αλλά για απλήν αποδοχήν, παραλαβήν, συνέχιση και ίσως, τελειοποίηση του Βαπτίσματος του Ιωάννη του Βαπτιστή, καθώς και ότι δεν υπήρχεν καμία ουσιώδης διαφορά μεταξύ του βαπτίσματος, που διέταξεν ο Χριστός και εκείνου του Ιωάννη.
Άλλ' οι Ελευθερόφρονες δεν επενόησαν οι ίδιοι ολότελα όσα παράβολα φθέγγονται. Το δρόμον τους τον είχαν προετοιμάσει οι αρχικοί Προτεστάντες, οι πατριάρχες του Προτεσταντισμού: Ο ίδιος ο Λούθηρος είχε διατυπώσει την εξής πρόταση: «Ο Ιησούς Χριστός δεν κατήργησε το βάπτισμα του Ιωάννη, αλλά δια του λόγου της Επαγγελίας, το οδήγησεν στην τελειοποίησή του»13. Ο δε Μελάγχθων στο έργον του Loci communes14 ισχυρίσθηκεν ότι: «Το Βάπτισμα του Ιωάννη και εκείνο του Χριστού είχαν την ίδιαν αποτελεσματικότητα. Μόνον που, όποιος λάβαινε το πρώτο άπ' τα δυο αυτά Βαπτίσματα, όφειλε να πιστεύει στο μέλλοντα νάρθει Μεσσίαν, ενώ, όποιος έπαιρνε το δεύτερο, όφειλε να πιστεύει ότι ο Μεσσίας είχεν ήδη έλθει» και είναι ο Ιησούς. Αλλά και ο Καλβίνος επίσης αποδίδει την ίδιαν αποτελεσματικότητα και ισχύν στο Βάπτισμα του Ιωάννη και σ' εκείνο του Χριστού15.
Θα πρέπει συμπερασματικά να παρατηρήσουμεν ότι αν οι μεταρρυθμιστές αυτοί ταυτίζουν αυτά τα δύο Βαπτίσματα είναι, διότι στη δικήν τους προοπτικήν εκείνο που δικαιώνει τον άνθρωπο δεν είναι το ίδιο το βάπτισμα, κανένα δηλαδή Βάπτισμα αλλά η πίστη και μόνον η πίστη και τίποτε άλλον.
III. Οι ορθόδοξες απαντήσεις στα Προτεσταντικά φληναφήματα:
Αλλά, τι απαντήσεις είναι δυνατό να δοθούν από ορθόδοξης πλευράς στις συσσωρευμένες ήδη ανωτέρω ετεροδιδασκαλίες; Ας τις πάρουμε με την σειράν:
Ευθύς εξ αρχής δηλώνομεν πως δεχόμεθα - κι' ας είναι αυτονόητον - ότι η γνώση, πράξη, εφαρμογή και χρήση του νερού σαν μέσου κάθαρσης του ανθρώπινου σώματος, δεν ισχυρίσθηκε κανείς ποτέ ότι ανακαλύφθηκε για πρώτη φοράν από το Χριστιανισμόν. Άλλ' ούτε και η ιδέα και ο θρησκευτικός συμβολισμός του ύδατος, σαν καθάρσιου της ψυχής και ως στοιχείου αναζωογόνησης του ανθρώπου, ήσαν άγνωστα προχριστιανικώς. Πολλού γε και δη. Έτσι π.χ. γνωρίζομεν ασφαλώς ότι ήδη πριν άπ' τη γέννηση του Χριστού, εχρησιμοποιείτο συμβολικώς και στις θρησκευτικές τελετουργίες το νερόν, τόσον στον ειδωλολατρικόν κόσμον και μάλιστα στις λεγόμενες ελληνιστικές μυστηριακές θρησκείες16, στις τελετές του Γνωστικισμού17, όσον και στον ιουδαϊκόν κόσμον18, αλλά και στις διάφορες αιρέσεις19 του τελευταίου αυτού.
Ως προς την ειδωλολατρικήν επίδραση επί του χριστιανικού Βαπτίσματος, κατά τον Dr. Klaus Wegenast, καθηγητήν στη Bern, πρέπει να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί στην άποψη ότι το χριστιανικό Βάπτισμα έχει δήθεν προέλευση ειδωλολατρικήν. Τέτοιος ισχυρισμός ούτε έχει αποδειχθεί, ούτε είναι πειστικός, αλλά οδηγεί σε μονομέρειαν20.
Δεύτερη παρατήρηση επί του αυτού σημείου: Κατά τον C. Prumm21, η σύγκριση χριστιανικού και ειδωλολατρικού βαπτίσματος μας οδηγεί στο συμπέρασμα ενός αντιθετικού παραλληλισμού, δεδομένου ότι σε καμία μυστηριακήν ειδωλολατρική θρησκείαν ο καθαρμός με ύδωρ δεν κατείχεν τέτοιαν και τόσον κεντρικήν και δεσπόζουσα θέση και σημασίαν, όσην έχει το Βάπτισμα στο Χριστιανισμόν. Εξ άλλου - τρίτη παρατήρηση - ένας τέτοιος παραλληλισμός δεν σημαίνει λογικά προέλευση και καταγωγήν του Βαπτίσματος του ενός από τον άλλον22. Αυτές ας είναι προς το παρόν οι πρόχειρες παρατηρήσεις που άπ' τη φύση τους άπτονται μάλλον της Θρησκειολογίας και της Απολογητικής παρά της Αντιρρητικής Θεολογίας και το μόνον που δείχνουν είναι ότι ο Προτεσταντισμός αποτελεί όντως το τελευταίον σκαλοπάτι μετά το οποίον αρχίζει ο κρημνός και το βάραθρον του Αθείσμού.
Αλλά είπαμεν επίσης ότι, εκτός του χώρου των ειδωλολατρικών μυστηριακών θρησκειών, υπήρχαν τελετουργικοί βαπτισμοί και στον ιουδαϊκόν χώρο. Μήπως, λοιπόν, από κει προέρχεται το θεωρούμενον ως χριστιανικό Βάπτισμα;
Πράγματι, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και οι μαθητές του εβάπτιζαν. Αλλά και άλλοι προγενέστεροί τους είχαν εφαρμόσει και ασκήσει τελετουργικούς καθαρμούς. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, λίγο μετά, εγκαινίασεν το δημόσιον έργον του, ακριβώς με το να βαπτισθεί άπ' τον Ιωάννην το Βαπτιστήν.
Όλα αυτά σημαίνουν, βέβαια, ότι ο Iησούς δεν χρειάστηκε να επινοήσει, να ανακαλύψει και να πρωτοτυπήσει εισάγοντας Αυτός πρώτος τη γενικότερη τελετήν του Βαπτίσματος εν ύδατι. Αυτό όμως, που αναμβήτητα υπήρξεν το καινούργιον, το νέον, ο νεωτερισμός δηλαδή του Ιησού, ήταν το ότι αυτός με τη θεία βούληση και εξουσίαν του, αποφάσισε να θεσμοθετήσει το χριστιανικό Βάπτισμα εν ύδατι σαν εκείνο πλέον το αποκλειστικόν, ορατόν και αποτελεσματικόν σημείον, μέσον, όργανον, τρόπον και οδόν της πνευματικής αναγέννησης, δια της οποίας εξασφαλίζεται η είσοδος του άνθρωπου στη Βασιλείαν των Ουρανών. Αυτό ήταν το νέον, το ειδικά και αποκλειστικά χριστιανικό Βάπτισμα, που συνέστησεν και ίδρυσεν ο Χριστός. Κι' αυτός ακριβώς ο ισχυρισμός μας αποδεικνύεται από την ιστορίαν της αρχέγονης Εκκλησίας και, ακόμη καλλίτερα, άπ' τις μαρτυρίες της ίδιας της Καινής Διαθήκης. Γι' αυτό και αμέσως αναφερόμαστε στην εφαρμογήν του Βαπτίσματος, όπως αυτό γινόταν στην αρχέγονην Εκκλησίαν. Και κατά πρώτον, απλά θα διαπιστώσουμεν, εάν και μόνον ήταν δυνατόν κάποιος ή κάποιοι, έστω και μαθητές του Κυρίου, να έχουν εισαγάγει αυθαίρετα και με δικήν τους πρωτοβουλία, χωρίς δηλαδή να έχουν λάβει καμίαν σχετικήν εντολήν από τον Ιησούν, το Βάπτισμα στην Εκκλησίαν.
Προκαταβολικά παρατηρούμεν ότι, κατά την Καινή Διαθήκην, η τέλεση του Βαπτίσματος εμφανίζεται, πρώτον: τόσον πολύ γενικευμένη και, δεύτερον: τόσον ενωρίς εισηγμένη στην αρχέγονην Εκκλησίαν, ώστε δεν μας επιτρέπει ούτε και να υποθέσουμεν ότι π.χ. θα ήταν ποτέ δυνατό λίγες μέρες (δέκα συγκεκριμένα μέρες) μετά την Ανάληψη του Κυρίου, δηλαδή, ήδη κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, να προβούν οι μαθητές του στο βάπτισμα 3.000 ατόμων, σαν σε κάτι το αναγκαίον γι' αυτούς και για την σωτηρίαν τους, χωρίς να έχουν λάβει οι Απόστολοι σχετική ρητήν εντολήν από τον ίδιον τον Ιησούν Χριστόν.
Έτσι, λοιπόν, βλέπομεν ότι στα Ιεροσόλυμα ο Πέτρος βαπτίζει23, άπ' την ημέραν κι' όλας της Πεντηκοστής. Ο διάκονος Φίλιππος, έπειτα, παρέχει το Βάπτισμα στους κάτοικους της Σαμάρειας, που πίστεψαν στο Χριστόν και μεταστράφηκαν, αλλά και κατόπιν στο δρόμον προς τη Γάζα βαπτίζει ένα Αιθίοπα, ανώτατον αξιωματούχον της Κανδάκης24. Αλλά και ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος αμέσως μετά την μεταστροφήν του στο Χριστόν, βαπτίζεται στη Δαμασκόν25. Ο δε ρωμαίος εκατόνταρχος Κορνήλιος επίσης βαπτίζεται μαζύ με τους συγγενείς και φίλους του στην Καισάρειαν26.
Πως, λοιπόν, να εξηγήσουμε μιαν τόσο γενικευμένην και τόσον πρώιμην εφαρμογήν του χριστιανικού Βαπτίσματος στην αρχέγονην Εκκλησίαν εάν δεν υπήρχε ρητή εντολή και άρα και τυπική σύσταση, ίδρυση, θέσπιση του Βαπτίσματος από τον ίδιον τον Χριστόν; Οι μαθητές θα μπορούσαν ποτέ να επινοήσουν και να εισαγάγουν στην Εκκλησία δικά τους, αυθαίρετα κατασκευάσματα; Αυτοί πάντοτε θεωρούσαν τους εαυτούς των σαν απλούς απεσταλμένους (Αποστόλους) του Ιησού και σαν αντιπρόσωπους και εντολοδόχους του. Ήταν, λοιπόν, ποτέ δυνατό να εισαγάγουν την επόμενη σχεδόν μέρα του θανάτου του στην Εκκλησίαν ένα δικόν τους, αυθαίρετο θεσμό, χωρίς να έχουν ρητήν εντολήν του Κυρίου, και μάλιστα να το θεωρούν και να το διακηρύσσουν αναγκαίον προς σωτηρίαν των ακροατών τους;
Επί πλέον, το Βάπτισμα, που έκαναν οι μαθητές, ονομάζεται συχνά στην Καινή Διαθήκη: Βάπτισμα «εις το όνομα του Κυρίου Ιησού». Αυτό και μόνον σημαίνει ότι οι μαθητές είχαν την συνείδηση ότι αυτό, που ασκούσαν και τελούσαν, ήταν δική του εντολή και επιταγή, διότι Βάπτισμα «εις το όνομα του Ιησού» σημαίνει Βάπτισμα, όπως τους το διέταξεν Εκείνος, βάπτισμα κατ' εντολήν του.
Να υποθέσουμε, λοιπόν, ότι με δικήν τους πρωτοβουλία δανείστηκαν το Βάπτισμα από κάποιαν ειδωλολατρική θρησκείαν, αυτό αποκλείεται σαν κάτι το λογικά, ηθικά και ψυχολογικά αδύνατο για τη νοοτροπίαν, ηθικήν και ψυχολογίαν των μαθητών. Άλλωστε, σε ποιάν στιγμή θα μπορούσαν να τολμήσουν τέτοιαν καινοτομίαν, αφού κατά την Πεντηκοστήν κι' όλας, καθώς και έκτοτε, ήδη εβάπτιζαν; Αυτά για την πολυθρύλητην ειδωλολατρικήν προέλευση του Βαπτίσματος.
Αλλά, μήπως οι μαθητές επηρεάστηκαν από παρόμοιες, παρεμφερείς, παραπλήσιες βαπτισματικές πρακτικές, όμως ιουδαϊκές; Ευθύς εξ αρχής αντιπαρατηρούμεν ότι οπωσδήποτε και η εκ μέρους των μαθητών υιοθέτηση μιας ιουδαϊκής τελετής φαίνεται επίσης απίθανη, ακριβώς για τους ίδιους λόγους. Εκτός εάν δεχθούμεν ότι ο ίδιος ο Ιησούς την είχεν υιοθετήσει και οικειοποιηθεί και ότι εκείνος, πάντως, τους είχε δώσει εντολή να την τελούν και να την εφαρμόζουν. Ούτως ή άλλως, δηλαδή, αποκλείεται είτε μία εκ της ειδωλολατρίας, είτε μία εκ του Ιουδαϊσμού επίδραση πάνω στους μαθητές, η οποία να τους οδήγησε σε υιοθέτηση του Βαπτίσματος και σε αυθαίρετην εισαγωγήν του στη χριστιανικήν Εκκλησίαν, δι' ους προείπομεν λόγους.
Όμως, μία μερίδα ελευθερόφρονων Προτεσταντών, για να πολεμήσουν και αρνηθούν την πρώιμην εμφάνιση της αναγκαιότητας, την οποίαν είχεν περιβληθεί το Βάπτισμα μέσα στους κόλπους της αρχέγονης Εκκλησίας, επικαλούνται τη δήλωση του Απόστολου Παύλου που αυτός κάνει για τον εαυτόν του: «ουκ απεστάλην βαπτίζειν, άλλ' ευαγγελίζεσθαι»28 και λέγουν: Ιδού ότι το Βάπτισμα δεν είχε θέση περιωπής και χαρακτήρα αναγκαιότητας στην αρχαίαν Εκκλησίαν, αφού ο ίδιος ο Παύλος, με όσα λέγει, φαίνεται να γνωρίζει μεν την απλήν ύπαρξη του Βαπτίσματος στην Εκκλησίαν, αλλά να το υποτιμά, να το υποβιβάζει να το υποβαθμίζει. Σπουδαίον, λοιπόν, πρωταρχικόν, αναγκαίον και σωτήριον θεωρούσεν αυτός το κήρυγμα και μόνον, κι' όχι το Βάπτισμα.
Αλλά, τέτοια ερμηνεία των λόγων του Απόστολου δεν ευσταθεί. Με τις δηλώσεις του αυτές ο Παύλος θέλει απλώς να πει, ότι το μεν Μυστήριον του Βαπτίσματος μπορεί να το τελέσει ο οιοσδήποτε αρμόδιος εκκλησιαστικός λειτουργός, χωρίς να απαιτούνται άπ' αυτόν άλλα ειδικά προσωπικά χαρίσματα και προσόντα, εκτός μόνον η ιερατική ιδιότητα του τελετουργού, ενώ το έργον του κήρυκα είναι δύσκολον, επίπονον και κοπιώδες, δεν είναι για τους πολλούς, διότι απαιτεί προσωπικόν ταλέντον και σπάνιο χαρίσματα, για να είναι δραστικόν και αποτελεσματικόν από ανθρώπινης πλευράς. Τέλος, πως μπορεί ο Παύλος να υποτιμά το Βάπτισμα, αφού κι' ο ίδιος, μόλις μεταστράφηκεν στο Χριστόν, το πρώτον που έπρεπε να κάνει και έκανεν ήταν να βαπτισθεί29; Άλλ' επί πλέον, εάν δεν το θεωρούσεν ο Παύλος αναγκαίο για την σωτηρία, δεν θα εβάπτιζεν και ο ίδιος κανένα, άπ' όσους γνωρίζομεν, ότι κατά διαστήματα εβάπτιζεν30. Επομένως, ο Απόστολος Παύλος, όπως και οι λοιποί μαθητές, όχι μόνο γνωρίζει, τελεί ενίοτε, θεωρεί αναγκαίον το Βάπτισμα, αλλά και συχνότατα γράφει γι' αυτό, εμβαθύνει και αναπτύσσει τη θεολογικήν σημασίαν του. Το θεωρεί σαν τη μύηση στο Χριστιανισμόν και ως την είσοδον εις την Εκκλησίαν11. Πιστεύει ότι ένα μόνο Βάπτισμα υπάρχει για τον κάθε χριστιανόν, όπως ένας και μόνον ένας είναι ο Χριστός32. Με το Βάπτισμα, λέγει, σφραγίζεται ο πιστός με την σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος33. Με το Βάπτισμα η ψυχή του βαπτιζόμενου ενδύεται το Χριστόν34 και ξαναζεί, κατά τρόπο μυστικόν, το θάνατον και την Ανάσταση του Κυρίου35.
Τέλος, το Βάπτισμα, κατά τον Παύλον, είναι η μέγιστη ευεργεσία του Χριστού36 και αποτελεί το χριστιανικόν ισοδύναμον της ιουδαϊκής περιτομής37. Η δε προς Εβραίους επιστολή, έπειτα, εξαίρει τα αγιαστικά αποτελέσματα του Βαπτίσματος38. Εν συμπεράσματι, είναι τέτοια η διδασκαλία του Παύλου, ο οποίος και γνωρίζει, φυσικά, και τελεί ενίοτε αλλά και εμβαθύνει θεολογικά στη διδασκαλίαν της Εκκλησίας για το Βάπτισμα, τόσον ώστε μια άλλη μερίδα Προτεσταντών υποστήριξαν τη διαμετρικά αντίθετην άποψη προς τους ανωτέρω Προτεστάντες, ότι, δηλαδή, ο Παύλος ακριβώς είναι εκείνος που επινόησεν και εισήγαγεν το Βάπτισμα ως νέον, αναγκαίον, ειδικά χριστιανικό Βάπτισμα στην Εκκλησίαν. Αλλά τα γεγονότα τα βαπτισματικά αποδεικνύουν και μιαν τέτοιαν άποψη, κατά τους προεκτεθέντες συλλογισμούς μας, ως ασύστατη και αβάσιμη (π.χ. ο ίδιος ο Παύλος κατά τη μεταστροφήν του βαπτίσθηκεν, άρα προϋπήρχεν αυτού το εν τη Εκκλησία Βάπτισμα).
Την αναγκαιότητα, κατόπιν, του Βαπτίσματος υπογραμμίζει και η Α' Πέτρου39. Τέλος, η Αποκάλυψη του Ιωάννη τονίζει το Βάπτισμα σαν τον πρακτικόν όρον και την προϋπόθεση της λύτρωσης40.
Άπ' τη μέχρι τούδε ανάλυση των κειμένων συμπεραίνομεν ότι οι Απόστολοι δεν ήταν δυνατό να πάρουν και γίνεται δεκτόν ότι δεν πήραν την πρωτοβουλίαν, επηρεαζόμενοι είτε εκ της ειδωλολατρίας είτε εκ του Ιουδαϊσμού, να εισαγάγουν στην Εκκλησίαν δικής τους έμπνευσης αυθαιρεσίαν, δηλαδή ένα τέτοιο Βάπτισμα. Θα πρέπει να συμφωνήσουμεν ότι μόνον ο ίδιος ο Ιησούς έδωκεν σχετική με το Βάπτισμα εντολήν στους μαθητές του. Θα πρέπει να συναποδεχθούμεν ότι τέτοια εντολή προϋποθέτει προηγούμενην καθιέρωση και σύσταση του χριστιανικού Βαπτίσματος άπ' τον ίδιον τον Ιησούν.
Οι Προτεστάντες όμως δεν σταματούν εδώ και προχωρούν. Ερωτούν: μήπως και ο ίδιος ο Ιησούς επηρεάσθηκεν από κάποιον άλλον; Και απαντούν: Ναι, επηρεάστηκεν από τον Ιωάννην το Βαπτιστήν!
Όσοι Προτεστάντες θέτουν το ερώτημα αυτό, το κάνουν να αποκτά ιδιαίτερην σημασία, διότι, τελικά, καταλήγουν στον ισχυρισμόν ότι ο Ιησούς δεν συνέστησεν, δεν καθιέρωσεν ένα δικόν του, νέον, ιδιαίτερον και διαφορετικόν άπ' το Ιωάννειον, ένα «ειδικά χριστιανικό Βάπτισμα». Τέτοιο θεσμοθετημένον άπ' τον ίδιον τον Κύριον Βάπτισμα δεν υπήρξεν ποτέ, λέγουν. Ό,τι ονομάζομεν και θεωρούμε «χριστιανικό Βάπτισμα» είναι, κατ' αυτούς, απλή προέκταση και συνέχιση του ίδιου του Ιωάνειου Βαπτίσματος. Είναι η μετά τον αποκεφαλισμόν του Ιωάννη επιβίωση του Βαπτίσματός του. Ο Ιησούς απλώς το πήρεν, το μιμήθηκεν, το υιοθέτησε και το εισήγαγεν στην Εκκλησίαν, προϋπάρχον. Εξ αυτού του ισχυρισμού θα πρέπει να συμπεράνουμε, λέγουν, ότι Ιωάννειον και χριστιανικό Βάπτισμα δεν διαφέρουν, αλλά ταυτίζονται, ή εξισούνται ως προς τα αποτελέσματά τους και τον ουσιώδη χαρακτήρα τους.
Όμως οι πηγές των πληροφοριών μας, τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, στα οποία θέλουν να στηρίξουν τέτοιες απαράδεκτες απόψεις, τι λέγουν;
Πρώτα - πρώτα: Και οι τρεις συνοπτικοί Ευαγγελιστές (Μάρκος, Ματθαίος, Λουκάς) μας πληροφορούν ότι, καθ' ον χρόνον ο Ιωάννης ο Πρόδρομος εβάπτιζεν τους Ιουδαίους στα νερά του ποταμού Ιορδάνη, ταυτόχρονα ανάγγελνε ότι, όπου νάναι έρχεται ένα νέο, διαφορετικόν από το δικόν του και, μάλιστα, ασύγκριτα ανώτερον όσον και δραστικότερο Βάπτισμα, εκείνο του Μεσσία. Αυτό δε το Βάπτισμα του Μεσσία θα είναι τόσον ανώτερον του Ιωάνειου, όσον ανώτερος του Ιωάννη του Βαπτιστή είναι ο ίδιος ο Μεσσίας. Ο Βαπτιστής, λοιπόν, επαναλάμβανεν: «Πίσω μου έρχεται ο ισχυρότερος μου, του οποίου εγώ δεν είμαι άξιος να σκύψω και να του λύσω τα κορδόνια των παπουτσιών. Κι εγώ μεν σας βάπτισα μόνον στο νερόν, άλλ' αύτός θα σας βαπτίσει και με το Άγιον Πνεύμα»41.
Κατά τον Ιωάννην το Βαπτιστήν, λοιπόν, η αποστολή του Ιησού περιελάμβανεν και την εισαγωγή, θεσμοθέτηση, σύσταση, ίδρυση νέου Βαπτίσματος, ανώτερου του Ιωάνειου, εγκαθίδρυση εκείνου του Βαπτίσματος, που θα γινόταν όχι μόνον εν ύδατι αλλά και «εν πνεύματι αγίω» και θα παρείχεν στο βαπτιζόμενον το Άγιον Πνεύμα. Μάλιστα το τέταρτον ευαγγέλιον την επιβεβαίωση του προηγούμενου ισχυρισμού του Βαπτιστή την αποδίδει στον ίδιον τον Θεόν, υπό τη μορφήν ειδικής αποκάλυψής του προς το Βαπτιστή: «Δεν το γνώριζα (το Μεσσία) - λέγει ο Βαπτιστής -, αλλά εκείνος, που με απέστειλε να βαπτίζω στο νερόν εκείνος μου είπεν: -Αυτόν, που θα δεις να κατεβαίνει πάνω του και να παραμένει σ' αυτόν το Άγιον Πνεύμα, αυτός είναι, που βαπτίζει εν Αγίω Πνεύματι. Κι' εγώ αυτό ακριβώς είδα και δίνω τη μαρτυρία μου γι' αυτό, που είδα»42.
Άλλ' επίσης αργότερα, κατά τη διάρκεια μιας νυκτερινής συζήτησης, που είχεν ο Ιησούς με το Νικόδημον, τον διαβεβαιώνει, ότι σε κάθε άνθρωπον, ο οποίος θέλει να δεί τη βασιλείαν των ουρανών, είναι απόλυτα αναγκαία μία «άνωθεν γέννηση». Και προσθέτει ο Ιησούς: «Αλήθεια σου λέω (Νικόδημε) ότι κανείς δεν μπορεί να μπει στη βασιλείαν των ουρανών, εάν δεν γεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύματος43.
Αυτά δε τα λόγια του Ιησού δεν είναι δυνατό να σημαίνουν τίποτε άλλον, παρά μόνον το χριστιανικό Βάπτισμα και αποτελούν, τρόπον τινά, τον πιο αριστοτεχνικόν και αυθεντικόν σχολιασμόν και υπομνηματισμόν στα αμέσως προηγούμενα λόγια του Ιωάννη του Βαπτιστή, που αναφέραμεν.
Εάν είναι πολύτιμη η μαρτυρία του προφήτη Ιωάννη για το Βάπτισμα, που θα εγκαινιάσει ο Μεσσίας, ενδιαφέρον μέγιστον παρουσιάζει - αντίστροφα - και η γνώμη του Ιησού για το Βάπτισμα του Ιωάννη. Ο Ιησούς υπονοεί ότι το Βάπτισμα του Ιωάννη, αν και είναι προσωρινόν, όμως είναι εκ θείας σύστασης και διάταξης, δηλαδή, εκ Θεού. Αυτό ακριβώς εννοεί ο Ιησούς όταν θέτει στους αντίπαλους του το ερώτημα: «Το Βάπτισμα του Ιωάννου πόθεν εστίν, εξ ουρανού ή εξ ανθρώπων ;»44.
Αποδείχθηκε, λοιπόν, μέχρι τώρα: Πρώτον: ότι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, κι' όχι κάποιος ή κάποιοι μαθητές του, ίδρυσεν το χριστιανικό Βάπτισμα. Ενισχύομεν την απόδειξη αυτήν και με ένα επί πλέον επιχείρημα: Ο ίδιος ο Ιησούς, λίγο πριν αναληφθεί άπ' τη γην στον ουρανόν, έδωσεν εντολή ρητήν και σαφή στους μαθητές του να βαπτίζουν όλους, όσοι πιστεύουν στο κήρυγμά τους: «Μου δόθηκεν κάθε εξουσία στον ουρανόν και στη γη. Σάς δίνω, λοιπόν, την εντολή να πορευθείτε σ' όλα τα έθνη της γης και να τα κάνετε μαθητές σας με το να τους βαπτίζετε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος...»45. Και δεύτερον εδάφιον: «Πηγαίνετε παντού στον κόσμον και κηρύξτε το Εύαγγέλιον σ' όλην την κτίση. Αυτός που θα πιστέψει στα λόγια σας και βαπτισθεί, θα σωθεί. Κι' αυτός, που δεν θα σάς πιστέψει [και - επομένως - δεν βαπτισθεί], θα καταδικασθεί»46.
Δεύτερον: Απεδείχθη, επίσης, και το δεύτερον σημείον, ότι δηλαδή υπάρχει το «ειδικά χριστιανικό Βάπτισμα» και ότι αυτό δεν ταυτίζεται - είναι ποιοτικά άλλο και ασύγκριτα ανώτερο - με το Ιωάννειον, ότι δεν αποτελεί απλήν συνέχειαν και επιβίωση του τελευταίου, άλλ' ότι αποτελεί «νέον, ειδικά χριστιανικό μέγεθος». Ότι δε το χριστιανικό Βάπτισμα είναι παντελώς διαφορετικόν στην αποτελεσματικότητα κ.λπ., φαίνεται και από το εξής περιστατικόν, που μας διηγούνται οι Πράξεις Αποστόλων47: Όταν κάποτε ο απόστολος Παύλος πήγε άπ' την Κόρινθον στην Έφεσον συνάντησεν εκεί δώδεκα άνδρες, οι οποίοι νόμιζαν για τον εαυτόν τους ότι ήσαν οπαδοί του Χριστού, ενώ στην πραγματικότητα βρίσκονταν σε άγνοιαν και δεν είχαν βαπτισθεί με το χριστιανικό Βάπτισμα. Ο Παύλος, λοιπόν, τους ρώτησεν. εάν έλαβαν κατά τη βάπτιση τους το Άγιον Πνεύμα, κι' εκείνοι απάντησαν ότι δεν ξέρουν ούτε καν αν υπάρχει Άγιον Πνεύμα. Έκπληκτος ο Παύλος τους ρωτάει ξανά: «Τότε, τι είδους Βάπτισμα έχετε βαπτισθεί;».
Και εκείνοι του διευκρίνησαν ότι είχαν βαπτισθεί με το Ιωάννειο Βάπτισμα. Όποτε ο Παύλος τους εξηγεί την ουσιώδη διαφοράν των δύο αυτών ειδών Βαπτίσματος του Ιωάνειου και του χριστιανικού, και στην συνέχειαν, οι δώδεκα αυτοί βαπτίσθηκαν με το χριστιανικό βέβαια Βάπτισμα. Ιδού, λοιπόν, ότι τα δύο Βαπτίσματα δεν ταυτίζονται, δεν συγχέονται, αλλά και διαφέρουν μεταξύ τους και το χριστιανικόν ούτε που συγκρίνεται με το Ιωάννειον, αφού το χριστιανικόν είναι υποχρεωτικόν, και ασύγκριτα ανώτερον, όσον ανώτερος είναι ο ίδιος ο Χριστός από τον Ιωάννη, μολονότι, ως προείπομεν. και το Ιωάννειο Βάπτισμα ήταν εκ θείας διάταξης, εκ Θεού. αλλά ήταν πρόσκαιρο, προορισμένο να λήξει με την άφιξη του Μεσσία48.
Γ. Το εξωτερικόν, ορατόν, αισθητό μέρος στο Βάπτισμα:
I) Η αναγκαιότητα του ύδατος στο Βάπτισμα:
Όταν ο Ιησούς έκανε στο Νικόδημον την πρώτην αποκάλυψη του χριστιανικού Βαπτίσματος, αναφέρθηκεν στο νερόν σαν στο απαραίτητο για την πρόκληση της αναγέννησης, δηλαδή, της νέας ζωής, στοιχείον τού χριστιανικού Βαπτίσματος48. Εδώ, δηλαδή, πρόκειται ασφαλώς για το πραγματικόν, αισθητό, φυσικό νερόν, υποταγμένο βέβαια στο Άγιον Πνεύμα, του οποίου δεν αποτελεί το νερόν ένα απλόν και μόνον σύμβολον. όπως ισχυρίζονταν οι παλαιοί Προτεστάντες και επαναλαμβάνουν οι σημερινοί. Ο τρόπος δε με τον οποίον ομιλεί στο Νικόδημον ο Χριστός μας υποχρεώνει να εκλάβουμε το ύδωρ και το Πνεύμα σαν τις άμεσες, τις προσεχείς αιτίες της εν λόγω υπερφυσικής αναγέννησης. Γι' αυτό ακριβώς και μετά την Ανάληψη του Κυρίου, οι απόστολοι φροντίζουν να τηρήσουν και εφαρμόσουν τις οδηγίες και εντολές του, βαπτίζοντας στο φυσικό νερόν τους πιστεύοντες. Έτσι, λοιπόν, τις κατάλαβαν οι Απόστολοι τις εντολές κι' έτσι τις εφάρμοσαν: βάπτιζαν, δηλαδή, στο ύδωρ: Στο ύδωρ εβάπτισεν ο διάκονος Φίλιππος τον Αιθίοπα ευνούχον της Κανδάκης49, στο ύδωρ, επίσης, εβάπτισεν ο Πέτρος τον εκατόνταρχον Κορνήλιον50.
Όμως μία μερίδα Προτεσταντών αρνείται να δεχθεί το ύδωρ σαν την απαραίτητην ύλην του χριστιανικού Βαπτίσματος, μιμούμενοι μάλλον σ' αυτό αρχαίους αιρετικούς.
Γνωρίζομεν πράγματι ότι άπ' τον β' μ.Χ. αιώνα κι' όλας, επειδή η Δημιουργία του υλικού Σύμπαντος εν γένει και, επομένως, η ύλη εθεωρείτο από κάποιους αιρετικούς, Γνωστικούς ονομαζόμενους, σαν η έδρα, η αρχή και η πηγή του Κακού, γι' αυτό, το νερόν καταργήθηκεν άπ' αυτούς κατά την τέλεση του Βαπτίσματος, ως υλικόν51. Το ίδιον συνέβαινεν και με άλλους αιρετικούς, που ο Τερτυλλιανός αναφέρει με την ονομασίαν Caiani και Quintiliani52. Λίγον αργότερα το ίδιον έκαναν και οι λεγόμενοι Μανιχαίοι53, αλλά και οι Ασκοδρούτες54 και οι Αρχοντικοί, καθώς και οι Σελευκιανοί και οι Ερμιανοί. Κάποιοι άλλοι, μάλιστα, ελλείψει ύδατος, δεν εδίσταζαν να χρησιμοποιήσουν για το Βάπτισμα άμμον αντί νερού56.
Επομένως, για την Εκκλησία μεν το νερόν είναι απαραίτητον κατά την τέλεση του Βαπτίσματος, τόσον ώστε ο ιερός Αυγουστίνος τονίζει επιγραμματικά: "Tolle aquam, non est baptisma" (Αφαίρεσε το νερό, δεν υπάρχει Βάπτισμα!)57.
Κατά δε τον ιστ' αιώνα, που εξερράγει η θρησκευτική Μεταρρύθμιση, κάνουν την εμφάνισηή τους οι εξής απόψεις για το σημείον αυτό του θέματός μας:
Ο Λούθηρος και ο Bugenhagen μας πληροφορούν ότι η συνήθεια να γίνεται το Βάπτισμα χωρίς νερόν, τουλάχιστον σε περιπτώσεις ανάγκης, υπήρχεν στην εποχήν τους και ότι οι ίδιοι οι Προτεστάντες την καταδίκαζαν58. Και μολονότι ο Λούθηρος συχνά δηλώνει ότι το νερόν είναι απαραίτητον, όμως στις περίφημες Tischreden αναγκάζεται να υποστηρίξει, είναι αλήθεια μετά από αρκετούς δισταγμούς, ότι για το Βάπτισμα είναι κατάλληλον κάθε υλικόν στοιχείον, που έχει καθαρτικήν ιδιότητα, όπως γάλα, μπύρα κ.λπ.59
Με την σειράν του ο Καλβίνος αναγνωρίζει μεν ότι για το Βάπτισμα απαιτείται νερόν, αλλά ταυτόχρονα διαβεβαιώνει ότι στη φράση του Κυρίου: «εάν μη τις γεννηθεί άνωθεν εξ ύδατος και πνεύματος», η λέξη «ύδατος» χρησιμοποιείται εδώ από τον Ιησούν μεταφορικώς και σημαίνει απλώς: «το Άγιον Πνεύμα»60! Παρά τη ρητή μαρτυρίαν του Κυρίου περί «ύδατος» και παρά την εφαρμογήν της βαπτισματικής εντολής του άπ' τους μαθητές ακριβώς με χρήση ύδατος κατά το Βάπτισμα, κάποιοι αμετάπειστοι Προτεστάντες, που εξακολουθούν να άρχονται τη χρήση ύδατος κατά το βάπτισμα, αντιτείνουν το εδάφιον εκείνο, στο οποίον ο
Βαπτιστής Ιωάννης κάνει λόγο για το Βάπτισμα, που θα εγκαινίαζεν ο Μεσσίας και που δεν θα ήταν σαν το Ιωάννειο, δηλαδή δεν θα ήταν Βάπτισμα στο νερόν, αλλά «εν Πνεύματι Αγίω και πυρί». Εδώ, δηλαδή, ο Ιωάννης αντιθέτει το δικόν του Βάπτισμα, το «εν ύδατι», στο μελλοντικόν του Ιησού, το «εν Πνεύματι Αγίω». Ερωτούν, λοιπόν, οι περί ων ο λόγος Προτεστάντες: Δεν φαίνεται, επομένως, ότι το φυσικόν ύδωρ είναι κάτι «άλλον» και κάτι το «ξένον» προς το ειδικά χριστιανικό Μυστήριον του Βαπτίσματος, που γίνεται με ύδωρ;
Το επιχείρημα αυτό, ενώ, κατά την ομολογίαν των καλλίτερων ερμηνευτών61, δημιουργεί πραγματική δυσκολίαν σ' αυτούς, δεν είναι όμως ανυπέρβλητο για τους εξής δύο λόγους: Πρώτον: τίποτε δεν μας εμποδίζει να υποθέσουμεν ότι ο Θεός δεν είχεν ακόμη αποκαλύψει στο Βαπτιστήν Ιωάννην όλες τις λεπτομέρειες της τέλεσης του χριστιανικού Μυστήριου του Βαπτίσματος, πράγμα που έκανε τον Βαπτιστή να μιλάει μεν γι' αυτό, αλλά κατά τρόπο γενικόν και ασαφή. Αλλά, δεύτερον, κι' αν ακόμη δεχθούμεν ότι ο Πρόδρομος είχεν ήδη πλήρη γνώση του μεσσιανικού αυτού μελλοντικού Βαπτίσματος, δεν δικαιούμεθα εμείς να εξαγάγουμεν άπ' τα λόγια του ένα συμπέρασμα, που αυτά δεν περιέχουν. Όσοι, δηλαδή, Προτεστάντες χρησιμοποιούν το ανωτέρω επιχείρημα, πέφτουν έξω υποθέτοντες ότι εδώ ο Βαπτιστής, παραλληλίζοντας τα δύο Βαπτίσματα (Ιωάννειον και μεσσιανικό - χριστιανικό), θέλει να αντιθέσει τα δύο αυτά ως προς την τελετουργικήν τους σύσταση, ενώ ο αντιθετικός τόνος δεν αφορά στον τρόπον τέλεσής τους, αλλά στην αποτελεσματικότητα και δραστικότητά τους. Σκοπός του Ιωάννη στο εδάφιον αυτό είναι να κάνει φανερήν τη δικήν του προσωπικήν κατωτερότητα έναντι του Μεσσία,γι' αυτό και βεβαιώνει ότι ο Ιησούς θα συστήσει ένα Βάπτισμα άλλης τάξης, πολύ πιο ισχυρόν και αποτελεσματικόν άπ' ο,τι είναι το δικόν του.
Επομένως, το εδάφιον αυτό δεν συνηγορεί υπέρ της προτεσταντικής αντίληψης, η οποία απορρίπτει και αρνείται να αναγνωρίσει το ύδωρ σαν το αναγκαίον και υποχρεωτικόν υλικόν στοιχείον του χριστιανικού Βαπτίσματος και που θεωρεί το νερόν το πολύ -πολύ σαν κάτι το αποκλειστικά και μόνον συμβολικόν και «σημείον ψιλόν». Έπειτα και η εντολή του Ιησού Χριστού στους μαθητές του να βαπτίζουν και η εφαρμογή της εντολής άπ' τους μαθητές «δια Βαπτίσματος εν ύδατι», δείχνει ότι κακώς το εννοούν οι Προτεστάντες και ότι καλώς το κατενόησαν και εφάρμοσαν εν συνεχεία οι μαθητές του Χριστού και σύμπασα η Εκκλησία από της αρχαιότητας μέχρι σήμερα.
Παρατηρούμεν, λοιπόν, συμπερασματικούς, ότι η προτεσταντική λογική εργάζεται εν προκειμένω σε δύο βαθμίδες: στην αρχήν, όταν μπορούν, απορρίπτουν αυτήν ταύτην τη χρήση του ύδατος62, κι' όταν αναγκάζονται να τη δεχθούν, ισχυρίζονται ότι ναι μεν είναι απαραίτητον το νερόν στο Βάπτισμα, αλλά έχει μόνον συμβολικήν σημασίαν και αποκλειστικά συμβολικό ρόλο να παίξει, ή όπως το διατυπώνουν: «είναι ψιλόν σημείον» και συμβολίζει την προηγηθείσαν του βαπτίσματος, κάθαρση και αναγέννηση.
Οι Προτεστάντες κατά βάθος διακατέχονται στο πνεύμα και στην ψύχην, αντίστοιχα, από μία νοοτροπίαν και ψυχοσύνθεση μανιχαϊκήν. Κατά τους Μανιχαίους, λοιπόν, το ύδωρ, σαν υλικόν, που είναι, ανήκει στη Δημιουργίαν. Τη δε Δημιουργίαν την έκανεν ο κακός θεός. Υπάρχουν, δηλαδή, δύο Θεοί: Ο καλός και ο κακός, ο οποίος και είναι Δημιουργός του σύμπαντος και της ύλης. Κάθε τι το υλικό λοιπόν είναι κακόν, επομένως και το ύδωρ. Άρα το ύδωρ, σαν υλικόν, που είναι, δεν ταιριάζει, ούτε αρμόζει στο Θεόν και στη θεία χάρη. Δεν είναι δυνατόν η θεία Χάρη να μεταδοθεί μέσω του ύδατος. Το ίδιο λένε και οι Προτεστάντες. Ξεκινάνε άπ' την προϋπόθεση και θεωρούν ως δεδομένον ότι το ύδωρ δεν είναι κατάλληλον, δεν ταιριάζει, δεν αρμόζει, δεν είναι δυνατόν να γίνει όργανον και αγωγός της θείας χάρης, ή να τη δεσμεύει, δια το λόγον ακριβώς ότι είναι υλικόν στοιχείον και διότι η ύλη δεν δύναται να ενώνεται με το Θεόν63.
Και αφού, συν Θεώ, εφθάσαμεν τη μελέτη μας στο σημείον αυτό, ενδείκνυται να επιχειρήσουμε μίαν ειδικήν ανάλυση και ανάπτυξη του εδαφίου Ιωάννου, γ, 5. Ο λόγος του κάπως ειδικώτερου και εκτενέστερου σχολιασμού μας σ' αυτό το εδάφιον είναι επειδή υπέπεσεν στην αντίληψή μας η διαστρέβλωση και παρερμηνεία, που του κάνει ο, μάλλον Αναβαπτιστής Προτεστάντης, Γερ. Ζερβόπουλος στο βιβλίον του με τίτλον: «Το Βάπτισμα» (σελ. 23-24). Το εδάφιον, λοιπόν αυτό εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου εμφανίζει τον Ιησούν να λέγει στο Νικόδημον: «Αμήν αμήν λέγω σοι, εάν μη τις γεννηθή άνωθεν, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού... εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού»64.
ΙI. Ορθόδοξη ερμηνεία του εδαφίου Ιω. γ', 5:
Δύο τα συμπεράσματα εξ αυτού του εδαφίου : Πρώτον: Απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλείαν του Θεού είναι η αναγέννηση. Δεύτερον: Αυτή η αναγέννηση προκαλείται και επέρχεται εκ δύο τινών ομού: «εξ ύδατος και Πνεύματος» σαν από δύο παράγοντες ή αίτιες. Σαφέστατα, δηλαδή, και πασίδηλα πρόκειται εδώ για το Βάπτισμα, το οποίον, κατά την πίστη των Ορθοδόξων, συνδυάζει αμφότερα αυτά τα στοιχεία: Το ορατόν στοιχείο, δηλαδή το νερόν, και το αόρατον στοιχείο, δηλαδή το Άγιον Πνεύμα, που επιφοιτά δια του ύδατος επί τον βαπτιζόμενον. Δηλαδή, όταν λέμε Βάπτισμα, εννοούμεν το συναμφότερον, και το ύδωρ και το Άγιον Πνεύμα, που αγιάζει το ύδωρ δι' επιφοίτησης. Βάπτισμα, λοιπόν, δεν είναι ούτε μόνον το ύδωρ, ούτε μόνη η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Κατά το λόγον του Ιησού, αυτά τα δύο, που συναποτελούν το Βάπτισμα, είναι απαραίτητα όχι γενικά ούτε απλά και μόνον ως όρος δια να προξενηθεί, προκληθεί και επέλθει η αναγέννηση κατ’ ευθείαν εκ μέρους του Θεού, η οποία είναι σύμφωνα με τον ανωτέρω λόγον του Κυρίου Ιησού απόλυτα απαραίτητη για την είσοδο οιουδήποτε, άρα και των νηπίων, «εις την Βασιλείαν του Θεού», αλλά συγκεκριμένα αυτά ακριβώς είναι που προξενούν, προκαλούν και επιφέρουν την αναγέννηση ως αιτία της.
Αλλά ούτε και κάνει λόγον εδώ ο Κύριος δια δύο διαφορετικά Βαπτίσματα, όπως ερμηνεύουν οι Προτεστάντες ομιλούντες για Βάπτισμα δι' ύδατος και Βάπτισμα δια Πνεύματος. Η Καινή Διαθήκη κάνοντας λόγο για το χριστιανικό Βάπτισμα, ομιλεί όχι για Βάπτισμα δι' ύδατος και για Βάπτισμα δια πνεύματος, αλλά για ένα Βάπτισμα εξ ύδατος και Πνεύματος. Κατά την Καινή Διαθήκη, λοιπόν, για τους Χριστιανούς δεν υπάρχουν δύο Βαπτίσματα (ένα δι' ύδατος και άλλο δια Πνεύματος). Δηλαδή το Βάπτισμα είναι μεν ένα, αλλά περιλαμβάνει και τα δύο στοιχεία: και το υλικόν και το πνευματικόν, και το ορατόν και το αόρατον, και το ύδωρ και το Πνεύμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για δύο χωριστά Βαπτίσματα. Ότι δε το Βάπτισμα των Χριστιανών είναι ένα, το μαρτυρεί ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος λέγει προς τους Εφεσίους: «Εις Κύριος, μία πίστις, εν Βάπτισμα» (Εφεσ. δ', 5).
Οι Προτεστάντες μιλάνε για δύο Βαπτίσματα: ένα δι’ ύδατος και ένα δια Πνεύματος. Εμείς δεχόμεθα, ότι το χριστιανικόν εν ύδατι Βάπτισμα είναι ταυτόχρονα και το ίδιον και εν Πνεύματι κατά το Ματθ. γ', 11. Έτσι εννόησαν τα ανωτέρω λόγια του Χριστού επί είκοσιν αιώνες οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, πάντες, πλην των αιρετικών.
Γνωρίζω, κ. Ζερβόπουλε, τι θα πήτε για το χωρίον αυτό και την έννοιάν του: ότι δεν εννοούσεν ο Χριστός το Βάπτισμα, αλλά την άνωθεν υπό του Αγίου Πνεύματος ενεργουμένην αναγέννηση, η οποία είναι κάτι ξεχωριστόν και ανεξάρτητον του Βαπτίσματος και η οποία προηγείται του Βαπτίσματος, το δε Βάπτισμα έρχεται εκ των υστέρων δια να την δηλώσει, επιβεβαιώσει, επικυρώσει, συμβολίσει, επισημοποιήσει ενώπιον της Εκκλησίας.
Απαντώμεν: Αποδείξτε ότι η εκ του Αγίου Πνεύματος ενεργούμενη αναγέννηση δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείον και αναπόσπαστον μέρος του Βαπτίσματος, αφού ούτως ή άλλως, είμεθα υποχρεωμένοι οι πάντες, και Ορθόδοξοι και Προτεστάντες, να δεχθούμεν ότι το «εξ ύδατος», σημαίνει «εκ του ύδατος του βαπτίσματος». Ο Χριστός δεν λέγει στο Νικόδημο ούτε μόνον «εξ ύδατος» ούτε μόνον «εκ Πνεύματος», πράγμα που σημαίνει ότι και τα δύο αυτά είναι όχι μόνον απαραίτητα και αναγκαία αλλά και αίτια δια την «άνωθεν γέννησιν». Ούτε πάλιν ξεχωρίζει ο Χριστός τα δύο, άλλ' ούτε και λέγει: ναι μεν το δι' ύδατος δηλαδή το ύδωρ του Βαπτίσματος είναι απαραίτητον και αναγκαίον απλώς, και εκτελεστέα η βάπτιση εις αυτό το ύδωρ όμως μόνον δια τον λόγον ότι αποτελεί εντολήν μου, χωρίς ουσιαστικόν περιεχόμενον και αποτέλεσμα, ούτε ότι το «εκ Πνεύματος» είναι κάτι το άλλον και ξένον και άσχετον και ασύνδετον προς το ύδωρ του Βαπτίσματος, ούτε ότι αυτό το «εκ Πνεύματος», μόνο του, χωρίς συνάφειαν προς το ύδωρ, είναι που φέρνει την αναγέννηση... Τέτοια πράγματα δεν είπεν ο Ιησούς εις το φίλον του Νικόδημον.
Βέβαια, εμείς οι Όρθόδοξοι δεν δεχόμεθα ότι το κοινόν ύδωρ από μόνον του, χωρίς την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος μπορεί να αναγεννήσει τον άνθρωπον. Χρειάζεται κατά τον Τερτυλλιανόν η θεία επέμβαση πάνω στο νερόν (De bapt. 4, Patr. Lat. t. I, col. 1203, M. Βασιλ., Περί Αγίου Πνεύματος ΧΥ 35' Patr. Gr. t. XXXII, col. 132, Γρηγ. Νύσ.,Κατηχ. 34, Patr. Gr. t. XLY col. 85, Κύρ. Τεροσ., Κατήχ. Ill, 3, Patr. Gr. t. XXXIII, col. 429). Αλλά ομολογούμεν, ότι στην περίπτωση του Βαπτίσματος, το ύδωρ παραμένει μεν ύδωρ στη φύση του, δεν εξίσταται της φύσης του, αλλά προσλαμβάνεται υπό της θείας Χάριτος της εν αυτώ επιφοιτούσης. Επομένως δεχόμεθα ότι αγιάζεται, δεν είναι κοινόν ύδωρ, ψιλόν της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Είναι ύδωρ ζων, ηγιασμένο δια της «θείας Χάριτος» του αγίου Πνεύματος, και ακριβώς γι' αυτό, επειδή δηλαδή φέρει την θείαν Χάριν και φέρεται ύπ' αυτής, μόνον και μόνο γι' αυτό έχει τη δύναμη να αναγεννά. Δεν ρωτάμε δε: Ποιος αναγεννά κατά το Βάπτισμα, το ύδωρ ή η «Χάρις του Αγίου Πνεύματος»; Διότι αμφότερα συνυπάρχουν, ευρίσκονται εις συνάφειαν, αφού το ύδωρ δεν είναι μόνον και κοινόν ύδωρ και αφού ο ίδιος ο Χριστός βεβαίωσεν ότι ο άνθρωπος αναγεννάται όχι μόνον εκ Πνεύματος, αλλά «εξ ύδατος και Πνεύματος». Έχομεν και εδώ περίπτωση ενώσεως θείου παράγοντα, της «Θείας Χάριτος», και υλικού παράγοντα, του ύδατος. Κάθε ορθολογιστική έρευνα για το αν το ύδωρ μπορεί ποτέ να αναγεννήσει τον άνθρωπον είναι έωλη. Δεν εξετάζομεν το «πως», αρκούμεθα στο «ότι» συνδέεται και συνυφαίνεται η «Θεία Χάρις» με το ύδωρ. Αρκούμεθα εις τη διαβεβαίωση του Κυρίου ότι η άνωθεν γέννηση γίνεται δι' αμφοτέρων των στοιχείων αχώριστων «εξ ύδατος και Πνεύματος».
Οι Προτεστάντες, παρά τη διαβεβαίωση του Κυρίου, ισχυρίζονται ότι μόνο εκ Πνεύματος αναγεννάται ο άνθρωπος, επειδή το υλικό νερό του Βαπτίσματος δεν είναι δυνατόν να προκαλεί αναγέννηση, σύμφωνα με τη λογικήν την προτεσταντικήν.
Εάν όμως δεν πολυπραγμονούμεν ορθολογιστικά για τον τρόπον σύνδεσης του θείου και του υλικού παράγοντα, αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό να αποδεχθεί ένας Ορθόδοξος το ορθολογιστικόν ερώτημα των Προτεσταντών για το αν είναι δυνατόν το ύδωρ να αναγεννήσει τον άνθρωπον. Γιατί ο Ορθόδοξος δέχεται ότι το ύδωρ το κοινό, χωρίς τη θεία Χάρη, φυσικά δεν μπορεί να αναγεννήσει τον άνθρωπον. Αλλά, όπως είπαμεν, το ύδωρ του Βαπτίσματος δεν είναι κοινόν ύδωρ. Φέρει την «Θείαν Χάριν». Η Άγια δε Τριάς είναι που αναγεννά τον άνθρωπον δια της θείας Χάρης και δια του ύδατος.
Αν, δηλαδή, με την ερώτηση των Προτεσταντών: «Ποιος αναγεννά, το ύδωρ, ή η Θεία Χάρη;», ερωτούν για το υποκείμενον που τελεί την αναγέννηση, απαντώμεν ότι αυτός είναι ο Τριαδικός Θεός. Αυτός, λοιπόν, αναγεννά «εξ ύδατος και Πνεύματος». Άλλωστε, ο Ιησούς το διετύπωσεν αριστουργηματικά: δεν είπεν το ύδωρ αναγεννά, ούτε είπεν εις ενεργητική φωνήν: η «θεία Χάρις» αναγεννά. Είπε μόνον εις παθητική φωνήν και διάθεση: «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος». Ο Θεός είναι ο τελετουργός του βαπτίσματος. Αυτός, επομένως, είναι το υποκείμενον, που ενεργεί και τελειοί την αναγέννηση, όμως καθιέρωσεν και ώρισεν και ενετείλατο αυτή να γίνεται και τελήται με το βάπτισμα. Κατά το βάπτισμα, λοιπόν, ο Θεός αναγεννά τον άνθρωπο «εξ ύδατος και Πνεύματος» που σημαίνει: ούτε μόνο «δι' ύδατος», ούτε μόνο «δια Πνεύματος». Αυτά δεχόμεθα εμείς ως Ορθόδοξοι. Επομένως το εδάφιον Ιωάν. γ', 5, είναι και σαφές και αριστουργηματικά διατυπωμένον από τον ίδιον τον Κύριον. Λέγει σαφώς ότι εις την αναγέννηση, δηλαδή την «άνωθεν γέννηση» υπεισέρχονται δύο παράγοντες και δύο αιτίες, ένεκα των οποίων και δια των οποίων αυτή προξενείται. Οι παράγοντες αυτοί είναι απαραίτητοι, αχώριστοι, συνυπάρχουν και ευρίσκονται εις συνάφειαν, ώστε η αναγέννηση προξενείται και προκαλείται δι' αυτών των δύο «εξ ύδατος και Πνεύματος». Τέλος, αυτός που ενεργεί την αναγέννηση δι' αυτών των δύο παραγόντων και αιτιών είναι ο Θεός, όπως λέγει ο Απόστολος Παύλος: «Ο δε αυτός Θεός ο ενεργών τα πάντα εν πάσιν» (Α’ Κορ. ιβ', 6).
Εσείς όμως, κ. Ζερβόπουλε, δεν τα δέχεσθε αυτά. Λέγετε ότι: η αναγέννηση προκαλείται μόνον «εκ Πνεύματος». Και ναι μεν θεωρείτε απαραίτητον και το «εξ ύδατος», όμως το αχρηστεύετε και δεν του αναγνωρίζετε το ρόλον που του αποδίδει ο ίδιος ο Χριστός. Και απαραίτητο μεν το θεωρείτε ως εντολήν του Χριστού. Ο Χριστός όμως δεν το ενομοθέτησεν εις το εξεταζόμενον εδάφιον απλώς και μόνον ως μίαν εντολήν προς τήρηση, αλλά ρητά και σαφώς και συγκεκριμένα το εθεώρησεν και το διεκήρυξεν επί πλέον ως παράγοντα συντελεστικόν της αναγέννησης, ως τον έτερον αυτής παράγοντα. Όχι απλώς και «απολύτως» απαραίτητον. αλλά απαραίτητον δια την αναγέννηση συγκεκριμένα, και μάλιστα στο ίδιο μέτρο, όσο και το «εκ Πνεύματος» και με την αυτήν αναφοράν, δηλαδή σε σχέση πάντα προς την αναγέννηση. Η αναγέννηση είναι το μόνο και το ίδιον σημείον αναφοράς και δια τα δύο. Γι' αυτό και τα δύο αυτά (Ύδωρ - Πνεύμα) είναι απαραίτητα μόνον και μόνον ως παράγοντες και συντελεστές της αναγέννησης. Σ' αυτήν αναφέρονται αμφότερα. Όπου αναφέρεται το Πνεύμα, εκεί αναφέρεται και το Ύδωρ, κατά τους λόγους του Ιησού.
Εσείς ισχυρίζεσθε, κ. Ζερβόπουλε, ότι το Ύδωρ είναι απαραίτητο μόνον και μόνον επειδή είναι απλώς εντολή του Κυρίου και ότι γι' αυτό πρέπει να την τηρούμε, και ότι ο μόνος ρόλος και η μόνη ενέργεια του είναι αποκλειστικά το ότι δηλοί και συμβολίζει και δείχνει την ενεργούμενην υπό του Πνεύματος αναγέννηση. Αλλά ένα σύμβολο μπορεί να δείχνει, να δηλώνει, να σημαίνει, να συμβολίζει, να επισφραγίζει, να επιβεβαιώνει, όμως δεν φέρει κατ' ανάγκη μέσα του την «Θεία Χάριν», δεν είναι σε συνάφειαν και ένωση και σύνδεσμο με τη «Θείαν Χάριν». Ούτε την μεταδίδει. Ούτε μπορεί να προκαλεί αναγέννηση. Ένα σύμβολο μόνον ψυχολογικά, όπως λέμε, μπορεί να επηρεάσει, ίσως και ηθικά. Αλλά η αναγέννηση του ανθρώπου, που χαρίζει ο Θεός δεν είναι βέβαια απλή ψυχολογική επήρεια ή επίδραση, αλλά οντολογική αλλοίωση και αναχώνευση του όλου άνθρωπου και αυτού του πυρήνα της ύπαρξής του.
Δέχεσθε επομένως, κ. Ζερβόπουλε, το Ύδωρ του Βαπτίσματος απαραίτητον μεν ως εντολή, δηλωτικόν της αναγέννησης, συμβολίζουν αυτήν, ή και επισφραγίζον το γεγονός της, όχι όμως περιεκτικόν Θείας Χάρης και συνυφασμένον με αυτήν, ούτε ότι συντελεί και παράγει και προκαλεί, και προξενεί αυτό το ίδιον την αναγέννηση. Εις τα ανωτέρω έχω να προσθέσω, ότι το Ύδωρ του Βαπτίσματος, φορέας της Θείας Χάρης, κατά την πίστη ημών των Ορθοδόξων, και συντελεστικόν αναγέννησης, αποτελεί βέβαια, επί πλέον, και ορατόν σημείον της Θείας Χάρης. Όταν όμως λέγομεν σημείον δεν εννοούμεν «ψιλόν σημείον» στερημένον της Χάρης, αλλά φορέα της, που επειδή είναι αυτός υλικός στη φύση του, χρησιμεύει και για να την φέρει και να την δηλώνει και εκφράζει. Αυτές είναι εν προκειμένω οι ερμηνείες από τη μιαν η Προτεσταντική κι' άπ' την άλλην η Ορθόδοξος.
Επομένως, ο Χριστός στο υπό αμφισβήτηση εδάφιο δεν ομιλεί χωριστά περί απαραίτητου Βαπτίσματος «εξ ύδατος» και περί αποκλειστικού αναγεννητικού βαπτίσματος εκ Πνεύματος, όπως τα ξεχωρίζετε για να τα παρερμηνεύσετε. Ο Χριστός μιλάει για αναγέννηση, η οποία διενεργείται δια των εξής δύο παραγόντων: «εξ ύδατος και Πνεύματος». Όχι, δηλαδή, μόνον ότι τα δύο αυτά είναι απλώς απαραίτητα και αναγκαία γενικώς, αορίστως και «απολύτως», άλλ' ότι συγκεκριμένα πρέπει να συντρέξουν αυτά τα δύο για να προκαλέσουν αυτά τα δύο την ποθητήν αναγέννηση και όχι απλώς να επέλθει η αναγέννηση από Θεού μεν, άλλ' όχι μέσω του βαπτίσματος σαν οργάνου και αγωγού. Δεν είπε, δηλαδή, ο Χριστός ότι το μεν «εξ ύδατος» είναι απαραίτητον δι' άλλους λόγους, αλλά συγκεκριμένα δια την «άνωθεν γέννησιν», δηλαδή την αναγέννηση. Το ίδιο και το «εκ Πνεύματος», είναι ο έτερος παράγων της αναγέννησης. Δύο λοιπόν οι παράγοντες της αναγέννησης. Ούτε το ένα συμβολίζει απλώς και μόνον το άλλον. Κάτι τέτοιο δεν το λέει το κείμενον. Αυτό το βγάζετε από την κοιλιάν σας. Το κείμενο δεν μιλάει για συμβολισμόν.
Ούτε, πάλιν, το ένα άπ' αυτά τα δύο (το Ύδωρ) είναι μεν απαραίτητον να τελείται και τελετουργείται, αλλά δι' άλλον λόγον (π.χ. το απαραίτητον τήρησης της εντολής του Ιησού, ή, προς συμβολισμόν, ή επιβεβαίωση και επικύρωση της προηγηθείσης και ανεξάρτητης από το ύδωρ του Βαπτίσματος αναγέννησης) από εκείνον, για τον οποίον τελετουργείται το έτερον, δηλαδή το Πνεύμα, το οποίον και δήθεν χωρίς συνάφειαν με το Ύδωρ αναγεννά.
Αμφότερα (Ύδωρ και Πνεύμα) συνυπάρχουν και συναποτελούν το Βάπτισμα και συνεπιφέρουν την αναγέννηση. Όμως το ότι το Ύδωρ του Βαπτίσματος απλώς και μόνον συμβολίζει την αναγέννηση, που το βρήκατε μέσα στην Αγία Γραφήν. κ. Ζερβόπουλε; Που το λέει η Γραφή;
Άριστα διατυπώνει την ορθόδοξην ερμηνείαν ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων, στην τρίτην Κατήχησή του: «Μη ως ύδατι λιτώ πρόσεχε τω λουτρώ, αλλά τη μετά του ύδατος δεδομένη πνευματική χάριτι. Ώσπερ γαρ τα τοις βωμοίς προσφερόμενα, τη φύσει όντα λιτά, μεμολυσμένα γίγνεται τη επικλήσει των ειδώλων ούτως απεναντίας, το λιτόν ύδωρ Πνεύματος αγίου και Χριστού και Πατρός την επίκλησιν λαβόν, δύναμιν αγιότητος επικτάται» (Κατήχ. III. 3. Patr. Gr. t. XXXII. col. 429).
III. Η επίκληση των τριών θείων προσώπων της Αγίας Τριάδας κατά το Βάπτισμα:
Εάν το νερόν, άφ' ενός, είναι το απαραίτητον ορατόν στοιχείο για το βάπτισμα, αλλά και η επίκληση του ονόματος των τριών θείων προσώπων της Αγίας Τριάδας, κατά την τρισσήν κατάδυση του βαπτιζόμενου, άφ' έτερου, είναι ο δεύτερος απαραίτητος όρος για την έγκυρην τέλεση του Μυστήριου αυτού.
Ο ίδιος ο Κύριος, λίγο πριν την Ανάληψή του, είχε δώσει στους μαθητές του «ρητήν εντολή γι' αυτό το θέμα: «Πορευθέντες -τους είπε - μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»65.
Δεν υπάρχει αμφιβολία για το ότι οι μαθητές εκτέλεσαν και εφάρμοσαν πιστά, με ακρίβειαν και συνέπειαν αυτήν την εντολήν του Διδασκάλου τους. Έπ' αυτού, εξ άλλου, έχομεν και μίαν έμμεσην απόδειξη, την εξής: Ο απόστολος Παύλος έχοντας συναντήσει - όπως και ανωτέρω αναφέραμεν - κάποτε στην Έφεσο δώδεκα «χριστιανούς», τους ρώτησεν, εάν είχαν λάβει το Άγιον Πνεύμα. Κι' όταν αυτοί του απάντησαν: «ούτε που έχομεν ακούσει ποτέ αν υπάρχει Άγιον Πνεύμα», έκπληκτος για την αδικαιολόγητη σε χριστιανούς άγνοιάν τους πάνω σ' ένα τόσον σοβαρόν και σπουδαίο θέμα, τους ξαναρωτάει: «Τότε, πως λέτε ότι είσθε χριστιανοί; Τι είδους Βάπτισμα λάβατε;» (Πράξ. ιθ', 2,3). Αυτή, επομένως, η αντίδραση του Παύλου, ο οποίος εσχέτιζεν και συνέδεεν άμεσα και αυθόρμητα το Άγιον Πνεύμα με το χριστιανικό Βάπτισμα, σαφώς προϋποθέτει και, άρα, αποδεικνύει ότι κατά την τέλεση του χριστιανικού Βαπτίσματος οπωσδήποτε εγίνετο επίκληση και του Αγίου Πνεύματος. Εάν, λοιπόν, οι εν λόγω βαπτισθέντες είχαν δεχθεί το χριστιανικό Βάπτισμα, δεν θα ήταν δυνατό να αγνοούσαν το όνομα των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, διότι με την επίκληση αυτών γινόταν το χριστιανικό Βάπτισμα.
Είναι αλήθεια όμως ότι άλλα εδάφια της Καινής Διαθήκης δίνουν εκ πρώτης όψης την εντύπωση ότι οι Απόστολοι κατά την τέλεση του βαπτίσματος χρησιμοποιούσαν άλλο βαπτισματικόν τύπον επίκλησης. Έτσι, επανειλημμένα λέγεται ότι εβάπτιζαν «εις το όνομα του Ιησού». Οι διάφοροι, όμως, ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης έδωσαν για το ζήτημα αυτό τις εξής ερμηνείες:
Άλλοι είπαν ότι πράγματι οι Απόστολοι, τελούντες το Βάπτισμα, χρησιμοποιούσαν τον τύπον: «εις το όνομα του Ιησού» και, ακόμη, ότι η τέτοια επίκληση ήταν και είναι έγκυρη.
Άλλοι, δεύτερον, ισχυρίστηκαν ότι η έγκυρη χρήση αυτού του τύπου επίκλησης (εν τω ονόματι Ιησού), περιορίστηκε χρονικά μόνον στον πρώτον αιώνα και ότι οι Απόστολοι, κατά ειδικήν εξαίρεση τον χρησιμοποίησαν, αντικαθιστώντας μ' αυτόν τον και σήμερα κοινόν αρχαιότερόν του τύπον και ότι έκαναν αυτήν την αντικατάσταση, για να εξυψώσουν περισσότερον το όνομα του Ιησού, το τόσο μισητόν και απεχθές σε Εβραίους και Ειδωλολάτρες. Άλλ' αυτό προϋποθέτει ότι οι μαθητές παρέβησαν ρητήν εντολήν του Κυρίου, αλλά και ότι συνολικώς έγιναν οι εξής αλλαγές στη σειράν: Πρώτον ετηρήθη έπ' ολίγον η εντολή του Κυρίου περί τριαδικής επίκλησης, μέχρι που την παρέβησαν οι μαθητές. Δεύτερον επεκράτησεν η καινοτομία των μαθητών (επίκληση: εις το όνομα του Ιησού) και τρίτον επανήλθεν, μετά τους Αποστόλους, στην Εκκλησίαν ο πρωταρχικός τριαδικός τύπος μέχρι σήμερα. Αλλά ήταν δυνατή αυτή η σειρά, αυτές οι αλλεπάλληλες και αλυσιδωτές αλλαγές;
Άλλοι, τέλος, έδωσαν μίαν τρίτην ερμηνείαν, την και πιθανότερην και ευρύτερον αποδεκτήν, ότι η περί ης ο λόγος έκφραση «εις το όνομα του Ιησού» δεν αποτελεί εν ουδεμία περιπτώσει τύπον βαπτισματικής επίκλησης. Απλώς είναι μία έκφραση αντιθετικής μορφής, που είχεν προορισμό να χαρακτηρίσει ειδικά το χριστιανικό Βάπτισμα σε διάκριση από το, και σε αντίθεση προς το Ιωάννειο Βάπτισμα. Αυτήν την αντίθεση είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς στην ομιλίαν του Πέτρου67, όπου γίνεται υπαινιγμός στο Βάπτισμα μετάνοιας του Προδρόμου. Εντονότερον όμως φαίνεται η αντίθεση στο περιστατικόν του Παύλου με τους βαπτισθέντες στην Έφεσο, όπως προαναφέραμεν. Εις το Πράξ. ιθ' 3, 5, ο συγγραφέας των Πράξεων είναι φανερόν ότι δεν έχει καθόλου στο νουν του το βαπτισματικόν τύπον τον χρησιμοποιούμενον στο Βάπτισμα. Θέλει μόνο να δείξει ότι εδώ πρόκειται για χριστιανικήν κι' όχι για άλλου είδους τελετήν.
Γενικότερα, για το σημείον αυτό του θέματος μας, οι Ελευθερόφρονες Προτεστάντες παραδέχονται μεν ότι άπ' την αρχήν του Χριστιανισμού, για την είσοδον και εισδοχήν οιουδήποτε στη χριστιανικήν κοινότητα απητείτο το Βάπτισμα, ισχυρίζονται όμως ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί άμεσα ότι ο Ιησούς συνέστησεν ένα Βάπτισμα τελούμενο με τον Τριαδικό βαπτισματικόν τύπον.
Τα δε λόγια του Κυρίου στο Ματθ. κη' 19, δεν τα θεωρούν αυθεντικά, δεν τα είπεν πράγματι ο Κύριος. Ισχυρίζονται δηλαδή ότι αυτά αντιπροσωπεύουν μία μεταγενέστερην παράδοση του αρχικού Χριστιανισμού και η οποία για πρώτη φοράν κάνει την εμφάνιση της μόλις τον β' αιώνα. Κατά τους ίδιους Προτεστάντες ο μεν Παύλος αγνοούσε δήθεν ότι ο αναστημένος Κύριος μίλησεν στους Αποστόλους και ότι τους έδωσεν ιδιαίτερες βαπτισματικές οδηγίες και εντολές. Άφ' ετέρου δε ότι ο τριαδικός τύπος είναι ξένος προς τις γνήσιες ομιλίες του Ιησού, κι' ότι και αν ακόμη τον είχε δώσει ο Κύριος στους μαθητές του για να τελούν έτσι το Βάπτισμα, πάντως και οπωσδήποτε δεν είχεν ο Τριαδικός βαπτισματικός τύπος στην εποχήν των Απόστολων την ισχύν, που θα έπρεπε ίσως να έχει, ως θεσπισθείς και διαταχθείς άπ' τον ίδιον το Χριστόν, Εφ' όσον είναι γνωστόν - συνεχίζουν οι Προτεστάντες - ότι στην αποστολικήν εποχήν το Βάπτισμα ετελείτο με την εκφώνηση: «εις άφεσιν αμαρτιών» και με την επίκληση «εις το όνομα του Χριστού»68.
Αλλά, οι λόγοι απόρριψης της αυθεντικότητας των λόγων του Ιησού Χριστού στο Ματθ. κη', 19, δεν ευσταθούν και άρα δεν γίνονται δεκτοί και δι' ους λόγους αναφέρομεν κατωτέρω. Οι ίδιοι αυτοί Προτεστάντες είναι που λέγουν ότι ο Παύλος αγνοούσεν το Βάπτισμα και μάλιστα Τριαδικού τύπου. Ο Παύλος όμως αναφερόμενος στις εμφανίσεις του Αναστάντος Ιησού69 κάνει ιδιαίτερη μνείαν της εμφάνισης του Κυρίου στους συναθροισμένους Απόστολους στους οποίους ο Ιησούς έδωσεν την βαπτισματικήν εντολήν. Μπορούσε, λοιπόν, ποτέ ο Παύλος, στον οποίον εμφανίστηκεν ο αναστημένος Ιησούς, να αγνοεί τις ανακοινώσεις του Κυρίου στους λοιπούς Απόστολους και, άρα, τη βαπτισματικήν Του εντολήν;
Αλλά και αυτός ο ίδιος ο Παύλος δεν βαπτίσθηκεν από τον Ανανίαν στη Δαμασκόν; Κι' αν δεν είχε λάβει εντολή να βαπτίζει, αλλά μόνον να κηρύττει το Ευαγγέλιον, όμως είναι γνωστόν ότι ο ίδιος ορισμένους τους εβάπτισε Χριστιανούς. Εάν δε και επιχαίρει, που δεν βάπτισε κανένα Κορίνθιον, είναι για να μη τυχόν καυχηθεί κανείς ότι τάχα βαπτίσθηκεν εις το όνομα του Παύλου70. Στα μάτια, λοιπόν, του Παύλου το Βάπτισμα ήταν απαραίτητον, ανεξάρτητα κι' άπ' το εάν πίστεψε για τον εαυτόν του ότι δεν είχεν την υποχρέωση να βαπτίζει ο ίδιος προσωπικά, κανένα.
Ωστόσον, όμως, ο Τριαδικός τύπος βαπτισματικής επίκλησης είχεν άπ' την αρχήν το κύρος του, που προέρχονταν άπ' το γεγονός ότι αποτελούσεν εντολήν και θεσμόν του ίδιου του Ιησού Χριστού.
Ποτέ όμως το Βάπτισμα δεν τελέσθηκε με την επίκληση: «και εις άφεσιν αμαρτιών». Αυτή η τελευταία έκφραση δηλώνει μόνον το αποτέλεσμα του Βαπτίσματος, που είναι η συγχώρηση των αμαρτιών. Μ' αυτήν ακριβώς την έννοιαν ομολογούμεν και οι Ορθόδοξοι στο «Σύμβολον της Πίστεως»: «εν Βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών». Αυτός όμως δεν ήταν ποτέ τύπος βαπτισματικής επίκλησης, όπως δεν είναι τέτοιος ούτε για εμάς σήμερον.
Όσο για τον τύπον: «εις το όνομα του Ιησού» αυτός ήτο μάλλον αφηγηματικός παρά λειτουργικός.
Ως προς δε τον Τριαδικόν τύπον, έχομεν να παρατηρήσουμε ότι δεν ήταν ασυνήθιστος στα χείλη του Ιησού Χριστού, ο οποίος τόσο συχνά μίλαγε για τον Πατέρα του, για τον Υιόν, που είναι, όπως έλεγεν ο ίδιος, ένα με τον Πατέρα και για το Άγιον Πνεύμα.
Τέλος, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε και ότι ο ίδιος ο Παύλος αναφέρεται συχνά στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, για να δείξει την αποτελεσματικότητα του Βαπτίσματος, όπως π.χ. όταν μιλώντας για το Βάπτισμα το συνδέει με την Αγίαν Τριάδα, που την περιγράφει παραφράζοντάς την, αντί να την μεταγράφει κατά λέξη: «Και ταύτα τίνες ήτε˙ αλλά απελούσασθε, αλλά ηγιάσθητε, αλλά εδικαιώθητε εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού και εν τω Πνεύματι του Θεού ημών»71.
Επίσης, σε άλλην επιστολήν του ο Παύλος τριαδολογεί βαπτισμολογών, όταν γράφει: «Ότε δε η χρηστότης και η φιλανθρωπία επεφάνη του σωτήρος ημών Θεού, ουκ εξ έργων των εν δικαιοσύνη ων εποιήσαμεν ημείς αλλά κατά τον αυτού έλεον έσωσεν ημάς δια λουτρού παλιγγενεσίας και ανακαινώσεως Πνεύματος Αγίου, ου εξέχεεν Εφ' ημάς πλουσίως δια Ιησού Χριστού του σωτήρος ημών»72.
Επομένως, ο Παύλος εγνώριζεν όχι μόνον την εν τη Εκκλησία ύπαρξη του Βαπτίσματος και την αναγκαιότητά του, αλλά και ότι αυτό τελείται στο όνομα της Αγίας Τριάδας73.
Μ' αυτό το πνεύμα εννόησεν και μ' αυτόν τον τρόπον εφάρμοσεν την εντολήν και τις οδηγίες του Χριστού και η αμέσως μετά τους Απόστολους Εκκλησία, αλλά και η ολίγον μεταγενέστερη, όπως φαίνεται στα τότε συνταχθέντα εκκλησιαστικά συγγράμματα74.
Τόσον δε επικρατούσεν στην αρχαίαν Εκκλησίαν ο Τριαδικός βαπτισματικός τύπος, ώστε ακόμη και μερικοί αντιτριαδικοί αιρετικοί ένοιωθαν αναγκασμένοι, λόγω ακριβώς της αρχαιότητάς του και της απόδοσής του στον ίδιον το Χριστόν, να χρησιμοποιούν τον τριαδικόν τύπον. Υπήρξαν και αρκετοί που τον απέρριπταν και χρησιμοποιούσαν δικής τους επινόησης βαπτισματικούς τύπους.
Έτσι, π.χ. οι Μαρκοσιανοί75 χρησιμοποιούσαν το εξής Γνωστικής προέλευσης βαπτισματικόν τύπον: «Εις όνομα αγνώστου πατρός των όλων, εις αλήθειαν μητέρα απάντων, εις τον κατελθόντα Ιησούν, εις ένωσιν και απολύτρωσιν και κοινωνίαν των δυνάμεων». Επίσης χρησιμοποιούσαν, σαν βαπτισματικόν τύπον, σειράν εβραϊκών εκφράσεων, όπως: «βασεμά χαμοσσή βααινοδά, μισταδία ρουαρά, κούστα, βαβοφόρ καλαχθεί».
Αλλά και από τους εξής αιρετικούς η κάθε μερίδα είχεν και δικόν της βαπτισματικόν τύπον:
Δηλαδή, κάποιοι Αιγύπτιοι αιρετικοί76, επίσης οι Μοντανιστές77, οι Ευνομιανοί78, οι Σαβελλιανοί79, οι Παυλιανιστές80, δεν χρησιμοποιούσαν Τριαδικό βαπτισματικόν τύπον επίκλησης. Όμως η πλειοψηφία εκ του συνόλου των αιρετικών, ακόμη και των αντιτριαδικών, μολονότι εχώλαιναν περί την πίστη εις την Τριάδα, χρησιμοποιούσαν, παραδόξως τριαδικόν βαπτισματικόν τύπον. Το φαινόμενο δε αυτό υπογραμμίζει έκπληκτος και ο ιερός Αυγουστίνος με την εξής γενική διατύπωση:
«Facilius inveniuntur haeretici qui non baptizent quam qui non verbis istis baptizent»81. Δηλαδή: «Είναι ευκολότερον να βρεις αιρετικούς, που να μη εφαρμόζουν διόλου το βάπτισμα, παρά αιρετικούς που το εφαρμόζουν, αλλά, που, κατ’ αυτό, να μη χρησιμοποιούν την ίδιαν την [τριαδική βαπτισματική] επίκληση».
Πάντως, για τους Πατέρες της Εκκλησίας η μη χρήση του τριαδικού τύπου βαπτισματικής επίκλησης συνιστούσε αυτόματα λόγον ακύρωσης του Βαπτίσματος.
Α. Το έργον της θείας Χάρης κατά την τέλεση του χριστιανικού Βαπτίσματος
Είπαμε ότι για το χριστιανικό Βάπτισμα είναι απαραίτητον άπ' τη μιαν το νερόν, αλλά και η επίκληση των τριών θείων προσώπων της Αγίας Τριάδας άπ' την άλλη με αντίστοιχην τρισσήν βύθιση - κατάδυση στο νερόν. Κι' αυτά μεν σύντρια συναποτελούν την εξωτερικήν - αισθητήν πλευράν του Μυστήριου του Βαπτίσματος.
Κατά την ορθόδοξον Εκκλησίαν όμως δια να είναι έγκυρον το Βάπτισμα πρέπει να τελείται κανονικώς από τον λειτουργόν της Εκκλησίας και μόνον, εν περιπτώσει δε απόλυτης ανάγκης, τουλάχιστον από λαϊκό μέλος αλλά απαραιτήτως από μέλος της Εκκλησίας. Εξ άλλου ο λειτουργός του Βαπτίσματος πρέπει να έχει την πρόθεση να τελέσει το εκκλησιαστικό βάπτισμα, δηλαδή να μη το κάνει ούτε καταναγκασμένος, ούτε χάριν παιδιάς ή εποπτικής διδασκαλίας. Η ηθική δε κατάσταση του λειτουργού του Βαπτίσματος δεν κωλύει την τέλεση του Μυστήριου, διότι το Βάπτισμα τελείται δυνάμει της σύστασης του άπ' τον ίδιον το Χριστόν δια των χειρών του ιερέως. Αλλοίμονον, εάν το Βάπτισμα εξαρτιόταν άπ' την ηθικήν του τελετουργού του! Οι πιστοί, τότε, δεν θα είχαν καμία βεβαιότητα για το έγκυρον του Βαπτίσματός τους, διότι, εν τελευταία αναλύσει, κανείς δεν μπορεί να σταθμίσει και εξακριβώσει με ακρίβειαν και απόλυτη βεβαιότητα και σιγουριάν την ηθικήν κατάσταση οιουδήποτε, αφού μόνον ο Θεός είναι καρδιογνώστης και «ετάζων καρδίαν και νεφρούς».
Όσον αφορά δε το κύρος του Βαπτίσματος των αιρετικών για το οποίον η στάση της Εκκλησίας φαίνεται σαν αντιφατική, αφού άλλοτε μεν εμφανίζεται αυτή να το δέχεται κι' άλλοτε να το απορρίπτει, έχομε να παρατηρήσουμε το εξής: Το θέμα αυτό πρέπει όντως να εξατομικεύεται και να εξετάζεται κατά περίπτωση. Όταν, δηλαδή, η Εκκλησία άλλοτε δέχεται χωρίς Βάπτισμα ένα αιρετικό μιας αίρεσης κι' άλλοτε βαπτίζει άλλον άτομον της ίδιας αίρεσης, το κριτήριόν της πρέπει να είναι το επόμενον: Εάν μεν ο αιρετικός, που επιστρέφει στην Εκκλησίαν, πριν ενταχθεί στην αίρεση ήταν προηγουμένως μέλος της Εκκλησίας, δηλαδή ήδη εκκλησιαστικά βαπτισμένος, δεν ξαναβαπτίζεται. Προσέρχεται απλά στην Εκκλησία με αποκήρυξη της αίρεσης και ενίοτε με χρίσμα. Εάν όμως γεννήθηκεν στην αίρεση και δεν έχει κάνει το Ορθόδοξο Βάπτισμα και έχει μόνον το αιρετικό Βάπτισμα, αυτός βαπτίζεται ορθοδόξως.
Μιλήσαμε ήδη για το εξωτερικόν, αισθητό μέρος του Βαπτίσματος. Εκτός όμως του ορατού, υπάρχει και η αόρατη πλευρά του: η βαπτισματική θεία Χάρη με τα επίσης υπερφυή αποτελέσματά της, για τα οποία μιλάμε κατωτέρω: Προηγουμένως όμως παρατηρήσαμεν ότι άλλο είναι η έγκυρη τέλεση του Βαπτίσματος και άλλο η εξ αυτού ωφέλεια του βαπτιζόμενου. Για να εισπράξει, καρπωθεί, ωφεληθεί, οικειοποιηθεί τα υπερφυή, ευεργετικά αποτελέσματα του Μυστήριου ο βαπτιζόμενος, απαιτείται σαν προϋπόθεση εκ μέρους του, Εφ' όσον είναι ενήλικας, η μετάνοια και η πίστη. Αυτά δε τα δύο ξεκινάνε από και έχουν σαν αφετηρίαν, τουλάχιστον μίαν μη αντίσταση στην ενέργειαν της θείας Χάρης.
Τα αποτελέσματα δε άπ' την επενέργειαν της θείας Χάρης επί τον βαπτιζόμενον είναι αρνητικώς μεν η συγχώρηση και παντελής άφεση των αμαρτιών του και θετικώς ο αγιασμός του. Αυτά τα δύο συναποτελούν ό,τι λέμε αναγέννηση, η, με κάποια νομική χροιά: δικαίωση.
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι Προτεστάντες δεν δέχονται ότι το ίδιο το Βάπτισμα εξ ύδατος και Πνεύματος, που τελεί η Εκκλησία, συγχωρεί. Το ίδιο το Βάπτισμα δεν συγχωρεί, ο άνθρωπος όμως συγχωρείται. Πως; Ισχυρίζονται, λοιπόν, ότι ο Θεός παρακολουθώντας άπ' τον ουρανόν αυτό που τελείται εδώ κάτω, δίνει ο ίδιος την άφεση άμεσα, κατ’ ευθείαν και ενίοτε παράλληλα με το τελούμενον επί της γης Βάπτισμα και όχι μέσω αυτού, όχι, δηλαδή, δια του Βαπτίσματος ή λόγω του Βαπτίσματος. Έτσι, κατ’ αυτούς πάντα, το ίδιον το Βάπτισμα δεν επιφέρει, ούτε μπορεί να προξενήσει αυτό την συγχώρηση, ούτε αυτό είναι η αιτία της.
Παρά ταύτα, ο βαπτιζόμενος είναι δυνατόν να συγχωρείται από το Θεόν - λένε - και κατά τη διάρκειαν του Βαπτίσματος, όχι όμως ένεκα του Βαπτίσματος. Αλλά τίνος ένεκα, λοιπόν; Έπ' αυτού του σημείου οι Προτεστάντες τονίζουν ότι εκείνο που προκαλεί και είναι η αίτια της συγχώρησης και γενικότερα της αναγέννησης δεν είναι το Βάπτισμα, αλλά’ κατ' ακρίβειαν, αποκλειστικά και μόνον η μετάνοια και η πίστη, την οποίαν πιθανόν να διεγείρει μέσα στο βαπτιζόμενον και η τελετή του βαπτίσματος. Η αναγέννηση, δηλαδή, δυνατόν να επέρχεται και κατά το Βάπτισμα, άλλ' ανεξάρτητα άπ' αυτό, δηλαδή ταυτόχρονα μεν, χωρίς όμως αιτιώδη σύνδεση, άρα και χωρίς αυτό. Έτσι φθάνουν οι Προτεστάντες από άλλο δρόμο στην άρνηση των λόγων του Κυρίου, δια των όποιων λόγων Αυτός διαβεβαίωνε το Νικόδημο για την άνωθεν γέννηση «εξ ύδατος και Πνεύματος».
Καταλαβαίνομεν τώρα πως και γιατί οι Προτεστάντες υποστηρίζουν, ότι την άφεση των αμαρτιών και την αναγέννηση πρέπει να την έχει κανείς πριν βαπτισθεί στο νερό, δηλαδή να την έχει λάβει από το μόνον αληθινόν, κατ' αυτούς, Βάπτισμα, το οποίον γίνεται «εν Πνεύματι Αγίω» και μόνο, χωρίς, δηλαδή, το νερόν, δια μόνης της μετάνοιας και πίστης, συνήθως πριν άπ' το Βάπτισμα αλλά και χωρίς το Βάπτισμα. Είναι, δηλαδή, ήδη αναγεννημένος ο πιστός από πριν.
Αν δε, στη συνέχειαν, συμβεί και επί πλέον βαπτισθεί και στο νερόν, αυτό το υδάτινο Βάπτισμα απλά και μόνο δηλώνει και εξωτερικεύει και επισημοποιεί ότι το άτομον έχει ήδη και αναγεννηθεί και λάβει από πριν το Άγιον Πνεύμα.
Γι' αυτό και προσπαθούν οι Προτεστάντες να αποδείξουν ότι η αναγέννηση προηγείται και ότι πρέπει να προηγείται του υδάτινου Βαπτίσματος, το οποίον και έρχεται εκ των υστέρων, απλώς για να συμβολίσει, να δηλώσει την αναγέννηση, που προηγήθηκεν. Σ' αυτήν τους την προσπάθειαν οι Προτεστάντες ψάχνουν να βρουν από την Καινή Διαθήκην εδάφια, που να μαρτυρούν ότι η αναγέννηση, δηλαδή το Βάπτισμα εν Αγίω Πνεύματι προηγείται του γνωστού μας Βαπτίσματος εν ύδατι. Και επικαλούνται αυτοί ένα και μόνον εδάφιον, το οποίον και διαστρέφουν, το Πράξ. ι', 44-48. Σ' αυτό το εδάφιον πράγματι λέγεται ότι ενώ ο Πέτρος μίλαγε στον Κορνήλιον και τους δικούς του για το Χριστόν και πριν ακόμη αυτοί βαπτισθούν, «επέπεσε το Πνεύμα το Άγιον επί πάντας τους ακούοντας τον λόγον. Και εξέστησαν οι εκ περιτομής πιστοί όσοι συνήλθον τω Πέτρω, ότι και επί τα έθνη η δωρεά του Αγίου Πνεύματος εκκέχυται... Τότε απεκρίθη ο Πέτρος˙ μήτι το ύδωρ κωλύσαι δύναται τις του μη βαπτισθήναι τούτους, οίτινες το Πνεύμα το Άγιον έλαβον καθώς και ημείς;». Ιδού, λέγουν θριαμβευτικά οι Προτεστάντες, ότι οι ακροατές του Πέτρου, πριν καν βαπτισθούν στο νερόν έλαβαν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος και ότι ο ίδιος ο Πέτρος ομολογεί ότι αυτοί οι ακροατές του έλαβαν το Άγιον Πνεύμα, όπως οι Απόστολοι!, «καθώς και ημείς».
Άλλ' οι δυστυχείς Προτεστάντες δεν γνωρίζουν ούτε τι λέγουν, ούτε περί τίνος διαβεβαιούνται. Οι ακροατές του Πέτρου έλαβαν απλούστατα την «προκαταρκτικήν Χάρη του Αγίου Πνεύματος», η οποία προετοιμάζει την ψυχήν και απαλύνει και γλυκαίνει την καρδίαν των ακροατών προκειμένου να δεχθούν αυτοί την πίστη και κατόπιν το Βάπτισμα και την εξ αυτού βαπτισματική Χάρη της αναγέννησης. Ότι δε πρόκειται μόνον για την προκαταρκτική Χάρη του Αγίου Πνεύματος και όχι ακόμη για τη Χάρη της Βάπτισματικής αναγέννησης φαίνεται καθαρότατα και αποδεικνύεται στο αμέσως επόμενον κεφάλαιον (Πράξ. ια', 15), όπου ο Πέτρος εξηγεί και διηγείται τι είχεν συμβεί στο ίδιον επεισόδιον: «εν δε τω αρξασθαί με λαλείν επέπεσε το Πνεύμα το Άγιον επ αυτούς ώσπερ και Εφ' ημάς εν αρχή». Ό,τι δηλαδή λέμε προκαταρκτική Χάρη, η οποία είχεν επιπέσει και εις τους Απόστολους «εν αρχή» της μεταστροφής τους, δηλαδή στο Χριστόν. Οι Προτεστάντες νομίζουν ότι κάθε φωτισμός του Αγίου Πνεύματος, σημαίνει και αναγέννηση. Αγνοούν ότι υπάρχουν πολλών ειδών δωρεές και χαρίσματα και ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Το μεν Άγιον Πνεύμα είναι ένα, τα δε χαρίσματα πολλαπλά και οι ενέργειες του πολλές, κατά τον Απόστολον Παύλον.
Εξ άλλου όταν οι Προτεστάντες κάνουν λόγο για άφεση αμαρτιών, έστω και κατά το δικόν τους «Βάπτισμα εν Αγίω Πνεύματι» και πάλιν δεν εννοούν ότι επέρχεται στον ούτω βαπτιζόμενο μία εξάλειψη και πραγματική εκρίζωση των αμαρτιών του. Κι' όταν, δηλαδή, συγχωρεί τον βαπτιζόμενον ο Θεός, αυτό, λένε, δεν σημαίνει ότι εξαλείφει, αφαιρεί και εκριζώνει από τον άνθρωπον την αμαρτίαν, άλλ' απλώς, ότι δεν την υπολογίζει πια, ότι δεν του την καταλογίζει, έτσι ώστε η αμαρτία είναι σαν να μη υπήρχεν, ενώ όμως υπάρχει. Κατ' αυτούς, λοιπόν, ο Θεός θεωρεί τον άνθρωπον σαν να είναι δίκαιος, ενώ οι αμαρτίες του εξακολουθούν να υπάρχουν και να παραμένουν και μετά το Βάπτισμα. Ο Θεός, μ' άλλα λόγια, ανακηρύσσει τον άνθρωπο δίκαιο, χωρίς όμως αυτός και να είναι. Αυτό θα πει δικαίωση, κατά τους Προτεστάντες.
Ο χαρακτήρας, δηλαδή, της δικαίωσης είναι καθαρά νομικός και μάλιστα χωρίς να γίνεσαι, ανακηρύσσεσαι δίκαιος νομικά de jure κι' όχι de facto.
Κατά τους Ορθόδοξους όμως το Βάπτισμα επιφέρει πραγματικήν και αληθινήν συγχώρηση, δηλαδή, εξάλειψη και της ενοχής, αλλά και εκρίζωση των αμαρτιών του βαπτιζόμενου, αφανισμόν του υλικού, του περιεχόμενου, του ίδιου του σώματος της αμαρτίας, αναχώνευση της ψυχής και της ύπαρξης του, οντολογικήν αλλοίωση και αλλαγή, νέα γέννηση, νέα δημιουργίαν, καινήν κτίση.
Το μόνον, που εξακολουθεί, κατά τους Ορθόδοξους, να υπάρχει στο βαπτισθέντα είναι η αμαρτητική ροπή (η λεγόμενη concupiscentia), η επιθυμία της σάρκας, η οποία, όμως, η ίδια, δεν αποτελεί, καθ' αυτήν, αμαρτίαν, ούτε ενοχήν. Είναι, θα λέγαμεν, οι ουλές της ψυχής, που μένουν, μετά την εκρίζωση της αμαρτίας. Αυτή δε η αμαρτητική ροπή, μετά το Βάπτισμα, γίνεται στον βαπτισθέντα αφορμή για νέους αγώνες και προσπάθειες, που οφείλει να καταβάλλει ο νεόφυτος για την ακόμη μεγαλύτερη βελτίωσή του, δεδομένου ότι η αναγέννηση, την οποίαν έλαβε, δεν είναι στατική αλλά δυναμική κατάσταση και χωρεί έπ' άπειρον από αύξηση σε αύξηση αγιότητας.
Μπορεί όμως να συμβεί και το αντίστροφον: να παρασυρθεί ο νεόφυτος από τον πειρασμόν της αμαρτητικής ροπής, να αμαρτήσει θανάσιμα και να εκπέσει της Χάρης. Αλλά οι Προτεστάντες, ενώ κατηγορούν την Εκκλησία για μαγική νοοτροπίαν της σχετικά με το Βάπτισμα, έχουν οι ίδιοι μαγικήν αντίληψη περί του Βαπτίσματος: Και ενώ η Εκκλησία διδάσκει ότι και μετά τη βαπτισματικήν αναγέννηση δυνατόν να αυξηθείς σε τελειότητα ή και να εκπέσεις της Χάρης, οι Προτεστάντες δεν δέχονται ότι ένας αναγεννημένος με το εν Αγίω Πνεύματι Βάπτισμα είναι ποτέ δυνατόν να εκπέσει της Χάρης, ακόμη κι' αν αμαρτάνει θανάσιμα καθημερινώς.
Θεωρητικώς, λένε, θα εξέπιπτεν της Χάρης, μόνον εάν έχανε την πίστη του στο Βάπτισμα, το οποίον είναι η αιώνια συνθήκη, ή συμφωνία, ή διαθήκη, που έκανεν ο πιστός με το Θεόν, ο οποίος Θεός είναι και μένει αμετανίκητος σ' αυτήν την συμφωνίαν από την δικήν του τουλάχιστον πλευράν, ακόμη κι' αν παρασπονδήσει ο πιστός. Στην πραγματικότητα όμως ποτέ δεν είναι δυνατόν, κατ’ αυτούς, να εκπέσει κάποιος της Χάρης. Όμως η Καινή Διαθήκη συχνά - πυκνά κάνει λόγο για μεταβαπτισματική δυνατότητα πτώσης του χριστιανού εκ της Χάρης.
Αναφέρομεν μόνον ένα εδάφιον σχετικό με το σημείον αυτό: Λέγει, λοιπόν, η προς Εβραίους (στ 4-6) επιστολή: «Αδύνατον γαρ τους άπαξ φωτισθέντας γευσαμένους τε της δωρεάς της επουρανίου και μετόχους γενηθέντας Πνεύματος Αγίου και καλόν γευσαμένους Θεού ρήμα δυνάμεις τε μέλλοντος αιώνος, και παραπεσόντας, πάλιν ανακαινίζειν εις μετάνοιαν, ανασταυρούντας εαυτοίς τον υιόν του Θεού και παραδειγματίζοντας».
Ανεξάρτητα από την σημασίαν του «ανακαινίζειν εις μετάνοιαν», για το οποίον και διαφωνούμεν προς τους Προτεστάντες, ένα αναμφισβήτητον συμπέρασμα βγαίνει, ότι, δηλαδή, είναι δυνατή αυτή αύτη η έκπτωση από τη Χάρη, αφού το κείμενο λέγει: «παραπεσόντας», μετά το Βάπτισμα.
Σημειώσεις
1. Ιδέ σχετικόν άρθρον του Oepke εν G. Kittel und G. Friedrich, Theologisches Worter-buch zum Neuen Testament, I, 527-543, Stuttgart, 1933.
2. Στο Μάρκ. ζ', 4, 8 γίνεται αναφορά στους καθημερινούς καθαρμούς των Φαρισαίων, στο Εβρ. θ', 10 γίνεται λόγος για ιουδαϊκούς τελετουργικούς καθαρμούς στα Ματθ. γ', 6 και Μάρκ. α, 4, για το Βάπτισμα του προφήτη Ιωάννη , στο Μάρκ. ι, 38,39 και Λουκ. ιβ', 50 για το μαρτυρικό θάνατον του Ιησού, που ονομάζεται Βάπτισμα, στο Πράξ. α, 4-7,για την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος στους μαθητές του Ιησού.
3. Ρωμ. στ, 4, Εφ. δ', 5, Κολ. β', 12, Α Πέτρ. γ, 21.
4. Τίτ. γ', 5.
5. Εφ. α,13,δ',30,Β' Κορ. α',22. Έτσι κατανοήθηκεν και ερμηνεύθηκεν το περί σφραγίδας στα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας (Ερμά, Παρ. VIII, 6, IX, ι6. Β' Κλήμ. 7,6 και 8, 5).
6. Εφ. ε', 8-14, Εβρ. στ, 4 και ι', 32. Έτσι εξέλαβεν το Βάπτισμα και ο αρχαίος απολογητής της Εκκλησίας των Μαρτύρων, ο φιλόσοφος και μάρτυρας Ιουστίνος (Α' Απολ. 61).
7. Μελετώντας τις ενδιαφέρουσες περιγραφικές ονομασίες, που δίνουν οι μεταγενέστεροι Πατέρες στο Βάπτισμα, σχηματίζουμε μίαν εικόνα, για το πως το αντιλαμβάνονταν αυτοί σε κάθε εποχή, με ποιες προσλαμβάνουσες παραστάσεις το κατανοούσαν (π.χ. ο Κλήμης Αλεξ., Patr. Gr. VIII, 281, ο Κύριλλος Ιεροσολ., Patr. Gr. XXXIII, 360-361, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Patr. Gr. XXXVI, 361 και ο Ιωάννης Χρυσόστομος, Patr. Gr. XLIX, 225. Το Βάπτισμα είναι πλουσιώτατο σε περιεχόμενον εννοιολογικόν, κι' έτσι εξηγείται η πολλαπλότητα και ποικιλία των όρων, που χρησιμοποιούν οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλώντας και γράφοντας γι' αυτό.
8. Το εδάφιον Τίτ. γ', 5 και μάλιστα το Εφ. ε', 26 κάνουν λόγο για την ύπαρξη εν τη Εκκλησία μιας ιερουργίας, η οποία αποτελεί λουτρόν εν ύδατι και εν λόγω ζωής.
9. Κατά το Ιω. γ', 5 και εξής και Τίτ. γ, 5, από το ύδωρ και το Άγιον Πνεύμα προξενείται και προέρχεται η αναγέννηση, η οποία ικανώνει το βαπτιζόμενον και του δίνει τη δυνατότητα να εισέλθει στη Βασιλείαν των Ουρανών. Εδώ, βέβαια, πρόκειται για πνευματική αναγέννηση γιατί ο Χριστός προς το Νικόδημον. ο οποίος πρόβαλε μίαν αντίρρηση, τόνιζεν ότι δεν πρόκειται για απλήν σωματικήν αναγέννηση: «Το γεγενημένον εκ της σαρκός σαρξ έστιν και το γεγενημένον εκ του πνεύματος πνεύμα εστίν». Το δε Εφ. ε', 26 κάνει λόγο για ένα καθαρισμόν και αγιασμόν. Άλλ' όλα αυτά μόνο με μια υπερφυσική δύναμη μπορούν να συμβούν. Κι' αυτή είναι η θεία Χάρη.
10. Αυτή είναι η γνώμη και του ιερού Αυγουστίνου (Epist. XLIV ad Eleusium, c. V ίο, Patr. Lat. t. XXXIII, col. 178) και πολλών ερμηνευτών και θεολόγων. Ιδέ Knabenbauer. Commentarius in Evangelium secundum Joannem, Paris 1898, p. 152. Ο τελευταίος απορρίπτει και προσπαθεί ν' αναιρέσει αυτήν την εκδοχήν, παρατηρώντας μετά του Estius, ότι ούτε το μυστήριον της Αγίας Τριάδας, ούτε η θεότητα του Ιησού Χριστού είχαν ακόμη αναγγελθεί δημόσια ή στους μαθητές και ότι, επομένως, είναι δύσκολο να γίνει δεκτόν ότι από τότε οι μαθητές παρείχαν το χριστιανικό Βάπτισμα. Την τελευταίαν αυτήν παρατήρηση κάνει κι ο Τερτυλλιανός (De Baptis.. c. XI, Patr. Lat., t. I, col. 1212), καθώς και οι περισσότεροι απ τους συγχρόνους ερμηνευτές, οι οποίοι θεωρούν αυτές τις Βαπτίσεις, που έκαναν οι μαθητές του Ιησού, μάλλον μίμηση του Βαπτίσματος του Ιωάννη και προετοιμασίαν αυτών, που ήθελαν να γίνουν οπαδοί του Ιησού (Fillion, Commentaire de l' Evangile de saint Jean. Paris 1887. p. 58).
11. Ως γνωστόν η Προτεσταντική Ελευθεροφροσύνη έχει τις «ρίζες της και τις πηγές της στον αιώνα του Διαφωτισμού (18ος αιώνας), άφ' ότου δηλαδή η «υψηλή Κριτική» βάλθηκε να πριονίσει το κύρος και την αυθεντία της Βίβλου. Οι κορυφαίοι θεολόγοι αυτής της Παράδοσης είναι οι εξής: Friedrich Schleiermacher, Arbrecht Ritschl, Wilhelm Hermann. Adolf von Harnack. Ernst Troeltsch. Horance Bushnell. Paul Tilich, Rudolf Bultmann. Nenry Nelson Wieman. Jurgen Moltmann και Wolfhart Pannenberg.
12. Ο Μοντερνισμός, φαινόμενον κρίσης της θρησκευτικής συνείδησης και σκέψης, εμφανίστηκε στους κόλπους της παπικής Εκκλησίας, κατά τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Επρόκειτο για διάχυτο φαινόμενον, που μόνον η εκ μέρους του Πάπα καταδίκη του ως συνόλου με το Διάταγμα Lamentabile (της 17ης Ιούλη 1907) και με την εγκύκλιο Pascendi (της 8ης Σεπτέμβρη 1907), του έδωσεν ενότητα και συνοχήν, που ο Μοντερνισμός πριν ποτέ άφ' εαυτού του δεν είχεν. Αναφέρομεν τους κυριότερους εκπρόσωπους του Μοντερνισμού, αρχίζοντας από τον κορυφαίον, τον Alfred Loisy (στη Γαλλίαν),τον G. Tyrrell (1861 - 1909 στην Αγγλία), τον R. Murri (1870 - 1904 στην Ιταλία),τον S. Minocchi (1869 - 1903 στην Ιταλία), και τον Ε. Buonaiuti (1881 - 1946,στην Ιταλία).
13. Theol. Abhandl. von der Taufe des Gesetzes, Joh. und Chr., t. Χ, σελ. 2613. Ο Λούθηρος, ο οποίος πρώτα σκεφτόταν διαφορετικά, υποστήριξε αυτήν την τελευταίαν πρόταση το 1540 (Zwey Pred. liber d. 3 cap. des Evang. Matth. Dessau. Erst. Pred. n. 31, t. VII, σελ. 1000).
14. De bapt., t. XXII, σελ. 459.
15. Inst., c. XVII, n. 7,8. 18, t. I, σελ. 961. 962,967.
16. Όπως π.χ. στα ελευσίνια και στα διονυσιακά μυστήρια, στο εισαγωγικό βάπτισμα κατά τη μύηση στον έβδομο βαθμόν της μιθραϊκής ιερωσύνης, στα ταυροβόλια και κριοβόλια των μυστηρίων του Άττεως. Ιδιαίτερη έμφαση δίνουν μερικοί στους εν Αιγύπτω καθαρμούς (βασιλικοί καθαρμοί, νεκρικοί βαπτισμοί. Ιερόν ύδωρ του Νείλου). Σημαντικήν επίσης θέση έχει το νερόν και στα μυστήρια της Ίσιδος. Ο δε R. Reitzenstein δέχεται ότι το χριστιανικό Βάπτισμα προέρχεται από το μανδαϊκόν τοιούτον, το οποίον πάλιν, αρχαιότατον, συγγενεύει με Ιρανικά βαπτισματικά έθιμα και με την ινδική λατρείαν. (R. Reitzenstein, Die Vorgeschichte des Christlichen Tauf., 1929).
17. K. Rudolf, Die Mandaer I/II, 1960-61.
18. Τελετουργικοί καθαρμοί της Παλαιάς Διαθήκης, καθαρμοί Φαρισαίων, βαπτισμοί προσηλύτων, κ.λπ.
19. Εσσαίοι, κοινότητα Qumran, άλλες παραπλήσιες βαπτισματικές αιρέσεις.
20. Klaus Wegenast, άρθρ. Taufe, εν Der Kleine Pauly, Β. 5,537, Miinchen, 1979.
21. C. Priimm, Der christliche Glaube und die altheidnisse Welt, II (1935), 260 εξ.
22. L. Fauhaber, άρθρ. Taufe, εν Lex. f. Theol. und Kirche.
23. Πράξ. β', 38-41.
24. Πράξ. η', 12 και η'36-38.
25. Πράξ. θ', 18 και κβ', 16.
26. Πράξ. ι'. 47-48.
27. Πράξ. β', 38. η'. 16. 48 και, 2-5. Α' Κορ. στ'.ΙΙ.
28. Α'Κορ. α. 17.
29. Πράξ. θ'. 18.
30. Α' Κορ. α, 13-16. Πράξ. ιστ'. 13. 15. 23. 33,ιη'.8.ιθ'.3.
31. Α'.Κορ. ιβ', 13, ι', 2.
32. Εφ. δ'.5.
33. Β' Κορ. α.21-22. Εφ. α. 13. δ'. 10.
34. Γαλ.γ',27. 35.Ρωμ.στ',3-4.Κολ.γ'.12.
36. Εφ. ε'.26.Τίτ.γ'.5.
37. Κολ. β'. 11.
38. Εβρ. στ'.4,ι'.22.
39. Α Πέτρ.γ'.21.
40. Αποκ. α,δ.ζ'. 14.
41. Μάρκ. α. 7-8, Λουκ. γ'. 13. Ματθ. γ'. 11.
42. Ιω. α, 33-34.
43. Ιω.γ',3-6.
44. Ματθ. κα'. 25. 26, Μάρκ. ια'. 30. 32 .
Λουκ. κ'. 4,6.
45. Ματθ. κη'. 18-19: Μερικοί κριτικοί του κείμενου της Καινής Διαθήκης αντιτείνουν ότι ο εδώ τριαδικός τύπος του Ματθαίου αποτελεί αναχρονισμόν για τη μέραν εκείνην της Ανάληψης του Κυρίου και ότι είναι αδύνατον να δόθηκεν και να ειπώθηκεν έτσι. Όμως - απαντώμεν -, όλα τα αρχαιότερα χειρόγραφα ευνοούν ακριβώς τον τριαδικόν τύπον, αφού αυτόν αναφέρουν. Εξ άλλου, οι οποιεσδήποτε αντιρρήσεις υπέρ του αναχρονισμού του τριαδικού τύπου, ακόμη κι' αν γίνουν αποδεκτές, δεν μπορούν να αγγίξουν και να θίξουν το ίδιον το γεγονός της εντολής του Ιησού προς τους μαθητές του σχετικά μ' αυτό τούτο το Βάπτισμα.
46. Μάρκ. ιστ'. 15-16. Η παρατήρηση που κάνουν συχνά οι Προτεστάντες ότι στο δεύτερο σκέλος λέγεται ότι θα καταδικασθεί όχι όποιος δεν βαπτισθεί άλλ' όποιος δεν πιστέψει και ότι επομένως εδώ εμφανίζεται αρνητικά έστω, δια της αποσιωπήσεως, ή μη αναγκαιότητα του βαπτίσματος δια την σωτηρίαν (αφού μόνον οποίος δεν πιστεύει θα κατακριθεί κι' όχι οποίος δεν βαπτισθεί), αποτελεί παρερμηνείαν, διότι, απλούστατα, αυτός που δεν πιστέψει, δεν μπορεί και να βαπτισθεί.
47. Πράξ. ιθ',1-8.
48 Ιω.,γ',5.
49. Πράξ. η, 36-38.
50. Πράξ. ι', 47.
51. Ειρηναίου, Κατά αιρέσεων, 1, 24, 4, εν Patr. Gr. VII, στήλη 665. Επιφανίου, Πανάριον, XXXIV Patr. Gr., XLI, στήλη 620.
52. De bapt. I, Patr. Lat. I, col. 1198.
53. Αυγουστίνου, Haer. XLVI, εν Migne, Patr. Lat., XLII, col. 34 και εξής.
54. Θεοδωρήτου, Αιρετ. Κακομυθ., 1,10,11, εν Migne, Patr. Gr., LXXXIII, στήλη 360.
55. Αυγουστίνου, Haer. LIX, εν Migne, Patr. Lat., t. XLII, col. 42 και Φιλάστριου, Haer. LV Patr. Lat., t. XII, col. 1170.
56. Ιωάννου Μόσχου, Λειμών, CLXVI, Patr. Gr. L XXXVII, στήλη 3045.
57. Αυγουστίνου, In Joa., tr. XV 4, εν Migne, Patr. Lat., t. XXXV col. 1512.
58. Bedenken wegen der von einer Hebamme ohne Wasser verrichteten Nothtaufe, 1542, t. X, σελ. 2615-2617, έκδ. Corpus reformatorum, Brunswick, 1863.
59. Von der heilig. Taufe, t. XXII, σελ. 848 της μνημονευθείσας έκδοσης.
60. Καλβίνου, Institutio christianae religionis, c. XVIII, n. 70.
61. Corluy, Commentarius in Joannem, Gand, 1880, σελ. 76.
62. Εις τον κατάλογον των προαναφερθέντων αιρετικών, οι οποίοι απορρίπτουν τη χρήση ύδατος κατά το Βάπτισμα και άρα διδάσκουν ένα «μη εν ύδατι Βάπτισμα, αλλά μόνον εν Πνεύματι», πρέπει να προσθέσουμε και τους λεγόμενους Μασσαλιανούς, οι οποίοι θεωρούσαν τη χρήση ύδατος στο Βάπτισμα απόλυτα ανωφελή και άχρηστην (: Επιφανίου, Αιρ. L XXX, εν Patr. Gr. XLII, στήλη 756 και εξ. Αυγουστίνου, Haer., 57, εν Patr. Lat. t. XLII, col. 40. Θεοδω-ρήτου, Αιρετ. Κακομυθ.,ΙΥ 11, εν Patr. Gr., t. L XXXII, col. 429).
63. Λέγουν, ότι δεν είναι δυνατόν να δεσμεύεται η θεία Χάρη από ένα υλικόν στοιχείον, να εξαρτάται δηλαδή από το ύδωρ. Σιωπούν για το γεγονός ότι ο Θεός ακριβώς είναι που θέλησεν και καθιέρωσεν το νερόν, σαν εξωτερικήν ύλην του βαπτίσματος. Εάν, όμως, ο ίδιος ο Θεός θέλησε να το θεσμοθετήσει, γιατί οι Προτεστάντες βλέπουν «δέσμευση του Θεού» σ' εκείνο που ο ίδιος ο Θεός αποφασίζει και θεσμοθετεί;
64. Ιω. γ', 3,5.
65. Ματθ. κη', 19. Σχετικώς ιδέ Schanz, Commentar uber das Evangelium des heiligen Matthaus, Freiburg- im- Breisgau, 1879, σελ. 559 και Knabenbauer, Commentarium in Evangelium secundum Matthaei, Paris, 18993, τόμ. II, σελ. 563-564.
66. Πράξ. β',38,η 12,16, ι', 48, ιθ', 5.
67. Πράξ. β', 38.
68. Πράξ. β', 38, Harnack, Lehrbuch der Neutestamentlichen Theologie, Leipzig, 1897. τόμ. I,σελ. 378-379.
69. ΑΚορ. ιε',5-9.
70. A'Kop. a, 14-16.
71. ΑΚορ.στ',11.
72. Τίτ. γ', 4-6.
73. A. Michiels, Ε origine de Γ episcopal Louvain, 1900, σελ. 52,σημ. 2 και σελ. 78,σημ. 1.
74. Διδαχή, VII, 7, έκδ. Funk, Ιουστίνος Απολ. 1,61 εν Migne Patr. Gr., t. VI, col. 420 Τερτυλλιανός, De Bapt. 13, εν Patr. Lat., t. I 1215, και Adv. Prax. 26, εν Patr. Lat., t. II, col. 190, Κυπριανός,Epist. L XXIII, 18 και L XXIV 5 εν Patr. Lat., t. Ill, col 1120, 1131, Αμβρόσιος De myst., IV 20, εν Patr. Lat., t. XVI, col. 394, Μ Βασ., Περί Αγ. Πν., XII, 28, εν Patr. Gr., t. XXXII, col. 117, Προς Ευνόμ. Ill,3,εν Patr. Gr. t. XXIX, col. 665, Γρηγ. Νύσ., Εις το βάπτ. του Χριστού.εν Patr. Gr.. t. XLVI, col. 585, Μ. Αθανάσιος, Επιστ. προς Σεραπ. IV 12, εν Patr. Gr.. t. XXVI. col. 653.
75. Ειρηναίου, Κατά αιρέσ. I, 21, 3 εν Patr. Gr., t. VII, col. 66ι, 664, Επιφανίου, Αιρ. XXXIV 20. εν Patr. Gr.. t. XLI, col. 621, Θεοδωρήτου. Αιρετ. Κακομυθ.. I, 9. εν Patr. Gr., t. L XXXIII, col. 360.
76. Επιστολή Διονυσίου Αλεξανδρείας προς πάπα Σίξτον, που μας την διέσωσεν ο Ευσέβιος εν Εκκλ. Ιστορ. VII, 9, Patr. Gr. t. XX, col. 653.
77. 8ος Κανών συνόδου Λαοδικείας και 7ος Κανών Β' Οικουμ. συν. Κων/πολης, εν Hardouin, Act. Concil. t. I. col. 781.813 και Μ. Βασιλ. Κανον. Επιστ. I, Κανών 1ος,εν Patr. Gr.. t. XXXII, col. 664.669.
78. Γρηγ. Νύσ., Κατά Ευν., 1, XI, εν Patr. Gr., t. XLVcol. 881.
79. Κανών 7ος Β' Οικουμ. συν. Κων/πολης.εν Hardouin, ένθ. άνωτ.
80. Κανών 9ος συνόδου Νικαίας, εν Hardouin, t. II, col. 774.
81. Αυγουστίνου, De bapt. contra donat., VI, 25,47 εν Migne, Patr. Lat., t. XLIII, col. 214.
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ www.egolpion.com
24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2012
Share on Facebook