ΑΓΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ "Περί τοῦ Παραδείσου" Κεφάλαιον ΙΓ'

Τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίουἐπισκόπου Μεδιολάνων

"Περί τοῦ Παραδείσου"

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

Κεφάλαιον ΙΓ '

Πῶς οἱ πειρασμοὶ τοῦ διαβόλου εἶναι πλήρεις ψεύδους:

καὶ περὶ τῆς ἐξαπατήσεως τῆς γυναικὸς καὶ περὶ τῆς

πτώσεως τοῦ Ἀδάμ. Προσέτι τίνι τρόπῳ γνώρισαν τοὺς

ἑαυτούς τους γυμνούς καὶ ἔκαναν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους

χιτῶνες καὶ τὶ σημαίνουν (οἱ χιτῶνες) αὐτοί;

 

61.   Λοιπὸν ἄς μάθωμεν ὅτι οἱ πειρασμοὶ τοῦ διαβόλου εἶναι πλήρεις ψεύδους: διότι μόλις ἕνα φαίνεται ἀληθινὸν ἀπ' ὅσα ὑποσχέθηκεν (ἐνῶ) τὰ λοιπὰ σὰν ψέμματα τὰ συνέθεσεν. Διότι ἔτσι ἔχεις (στὴ Γραφήν): Καὶ εἶπεν τὸ φίδι στὴ γυναῖκα: Δὲν θὰ πεθάνετε μὲ θάνατον (Γεν. γ',4).  Ἰδοὺ τὸ ἕνα ψέμμα· διότι ὁ ἄνθρωπος πέθανε μὲ θάνατον, ἐπειδὴ ἀκολούθησεν τὶς ὑποσχέσεις τοῦ φιδιοῦ. Ἔπειτα πρόσθεσεν: "Γνωρίζει, εἶπεν, ὁ Θεός, ὅτι καθ' ἥν ἡμέραν θὰ φάγητε ἀπὸ αὐτό, θὰ ἀνοιχθοῦν οἱ ὀφθαλμοί σας" (Αὐτόθι, 5). Αὐτὸ μόνον εἶναι ἀληθινόν, τὸ ἑξῆς: "Διότι ἔφαγαν ἀμφότεροι καὶ ἀνοίχθηκαν τὰ μάτια τους". (Αὐτόθι 6,7). Ἀλλ' αὐτὸ ἦταν ἀληθὲς τὸ καὶ βλαπτικόν. Τέλος δὲν εἶναι σὲ ὅλους ὠφέλιμον νὰ ἀνοίγουν οἱ ὀφθαλμοί, διότι ἐγράφη: Θὰ ἔχουν ὀφθαλμοὺς καὶ δὲν θὰ βλέπουν (Ἡσ. στ',9). Ἀλλ' εὐθὺς μόλις ἔπιασεν τὸ ψέμμα, προσέθεσεν: "Καὶ θὰ εἶσθε σὰν θεοὶ γνωρίζοντες τὸ καλὸν καὶ τὸ κακόν" (Γεν. γ',5). Σ' αὐτὸ πρέπει νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι τὸ φίδι εἶναι ὁ αἴτιος τῆς εἰδωλολατρίας, ἐκ τοῦ ὅτι φαίνεται ὅτι ἡ πανουργία τοῦ φιδιοῦ εἶχεν εἰσαγάγει πολλοὺς θεοὺς πρὸς παραπλάνησιν τῶν ἀνθρώπων. Καὶ δι' αὐτοῦ ἠπάτησεν, δηλαδὴ (διὰ τοῦ ψεύδους) ὅτι ὁ ἄνθρωπος (θὰ ἐγίνετο) ὡς οἱ θεοί. Διότι ὄχι μόνον σὰν θεοὶ δὲν ἔγιναν οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ προσέτι καὶ ὄντες -ἤδη αὐτοὶ σὰν θεοί- πρὸς τοὺς ὁποίους ἐλέχθη: Ἐγὼ εἶπα, εἶσθε θεοί (Ψαλ. πα', 6) ἔχασαν ἀπὸ πάνω τους τὴ χάριν.

62.    "Καὶ εἶδεν ἡ γυνὴ ὅτι τὸ δένδρον εἶναι καλὸν εἰς βρῶσιν καὶ εὐχάριστον νὰ τὸ βλέπῃς μὲ τὰ μάτια καὶ ὡραῖον νὰ τὸ θεωρῇς" (Γεν. γ',6). Ἀσθενικὰ κρίνουσα αὐτὴ ποὺ ἔκρινε γι' αὐτὸ ποὺ δὲν τὸ εἶχε δοκιμάσει. Καὶ γι' αὐτὸ δὲν φαίνεται εὔκολον ὅτι πρέπει νὰ ἀναληφθῇ κάποιο ἔργον, ἐκτὸς αὐτοῦ ποὺ ἐπιμελέστερον θὰ ἔχωμεν διαπραγματευθῇ καὶ ποὺ θὰ τὸ ἔχωμεν ἐπιδοκιμάσει μὲ ἐσωτερικὸν ζῆλον: "Λαμβάνουσα, εἶπεν, ἐκ τοῦ καρποῦ του ἔφαγεν, καὶ ἔδωσεν εἰς τὸν ἄνδρα της εὐθὺς καὶ ἔφαγαν ἀμφότεροι" (Αὐτόθι). Καλῶς παρελείφθη ἐν τίνι ἐξηπατήθη ὁ Ἀδάμ· διότι ἔπεσεν ὄχι ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητος ἀλλὰ ἐκ τῆς τῆς συζύγου.

63.   Καὶ ἀνοίχθηκαν, εἶπεν, οἱ ὀφθαλμοί τους, καὶ γνώρισαν ὅτι ἦσαν γυμνοί (Αὐτόθι 7). Καὶ πρὶν βέβαια ἦσαν γυμνοί, ἀλλ' ὄχι χωρὶς τὰ καλύμματα τῶν ἀρετῶν. Ἦσαν γυμνοὶ λόγω τῆς ἁπλότητος τῶν ἠθῶν καὶ διότι ἡ φύσις ἀγνοοῦσε τὸ περιβόλαιον τῆς ἀπάτης. Τώρα δὲ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς καλύπτεται ἀπὸ πολλὰ καλύμματα ὑποκρίσεως. Λοιπὸν μετὰ ποὺ εἶδαν τοὺς ἑαυτούς τους γυμνοὺς εἰλικρινείας καὶ ἁπλότητος τῆς ἀκεραίας καὶ ἀδιαφθόρου φύσεως, ἄρχισαν νὰ ἐπιζητοῦν τὰ γήϊνα καὶ τεχνητά, μὲ τὰ ὁποῖα ἐνεργοῦν τὰ γυμνὰ τοῦ νοῦ του· ἡδονὲς ἐπὶ ἡδονῶν καὶ οἱ ἐπιθυμίες οἱ καθημερινὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου σὰν φύλλα μὲ φύλλα συῤῥάπτοντες (οἱ πρωτόπλαστοι), μὲ τὰ ὁποῖα κάλυπταν τὰ ἀπόκρυφά τους μέρη. Διότι πῶς εἶχεν ὁ Ἀδὰμ κλειστοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ σώματος, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ ζῶα ἔτσι τὰ εἶδεν ὥστε σ' αὐτὰ νὰ δώσῃ καὶ ὄνομα. Πῶς γνώρισαν, τοὐτέστιν μὲ ἐσωτερικότερην καὶ ὑψηλότερην γνῶσιν ὅτι ὄχι ὁ χιτῶνας ἀλλὰ τὰ καλύμματα τῶν ἀρετῶν τοὺς ἔλειπαν.

64.    Καὶ ἔῤῥαψαν, εἶπεν, φύλλα συκῆς καὶ ἔκαναν γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους χιτῶνες (Αὐτόθι,7). Σὰν τὶ εἶναι σ' αὐτὸ τὸ ἐδάφιον ἡ συκῆ, ὀφείλομεν (νὰ ἀναλογισθῶμεν). Σὰν τὶ εἴδους πρέπει νὰ ἐκλάβωμεν σ' αὐτὸ τὸ χωρίον τὴν συκῆν, μᾶς (τὸ) διδάσκει ἡ σειρὰ τῶν θείων ἀναγνωσμάτων· ἐπειδὴ βέβαια ἡ Γραφὴ μνημονεύει ὅτι εἶναι ἅγιοι οἱ ἀναπαυόμενοι ὑπὸ τὴν συκῆν καὶ τὴν ἄμπελον (Μιχ. δ',4) καὶ ὁ Σολομὼν εἶχεν εἴπει: "Ποιὸς φυτεύει συκῆν καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ της δὲν τρώγει;". (Παρ. κζ',18) καὶ ὁ Κύριος ἦλθεν πρὸς τὴν συκῆν· καὶ γι' αὐτὸ λυπήθηκεν, διότι δὲν βρῆκεν καρπόν, ἀλλὰ μόνο φύλλα. Μὲ διδάσκει λοιπὸν ὁ Ἀδὰμ τὶ εἶναι φύλλα, ποὺ μετὰ τὴν ἁμαρτίαν του, μὲ φύλλα συκῆς ἔκαμε δι' ἑαυτόν χιτῶνα, αὐτὸς ποὺ ὤφειλεν νὰ γεύθηκε μᾶλλον ἀπ' τοὺς καρπούς αὐτῆς. Ὡς δίκαιος (ἀκόμη) διαλέγει τὸν καρπόν, ὡς ἁμαρτωλὸς (ἤδη), τὰ φύλλα. Ποιὸς εἶναι ὁ καρπὸς; "Ὁ καρπός, εἶπεν, τοῦ πνεύματος εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, ἀγαθωσύνη, πραότης, ἐγκράτεια, χρηστότης." (Γαλ. ε', 22). Δὲν εἶχεν τὸν καρπόν, αὐτὸς ποὺ δὲν εἶχεν τὴ χαράν. Δὲν εἶχε πίστιν, αὐτὸς ποὺ παρέβη τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶχε ἐγκράτειαν, αὐτὸς ποὺ εἶχεν γευθῆ ἀπὸ τὸ ἀπαγορευμένο δένδρον.

65.    Ἑπομένως ὅποιος παραβαίνει τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἀπεκδύεται καὶ ξεγυμνώνεται καὶ γίνεται ὁ ἴδιος τροφὴ αἰσχρά: θέλει νὰ καλυφθῇ μὲ κάποια φύλλα συκῆς, ἴσως μὲ κάποια μάταια εἴτε χάριν ἀσκήσεως λόγια, τὰ ὁποῖα μὲ σύνθετα ψέμματα συρράπτουν καὶ λόγον στὸ λόγο στοιβάζουν πρὸς κάλυψιν τῆς συνειδήσεως τοῦ νοῦ του, ἐνυφαίνει ὁ ἁμαρτωλὸς τὸ κάλυμμα τῆς πράξεώς (του), γιὰ νὰ σκεπάσῃ τὶς ντροπές του. Διότι ῥίχνει πάνω του φύλλα, αὐτὸς ποὺ ἐπιθυμῶντας νὰ καλύψῃ τὴν ἁμαρτίαν εἴτε θυμᾶται τὸ διάβολον ὡς δημιουργὸν τοῦ ἁμαρτήματος εἴτε προφασίζεται τὴν ἡδονὴν τῆς σαρκός, εἴτε κάποιον ἄλλον πειστῆρα τῆς πλάνης ἐξαγγέλλει.

  Καὶ ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς συχνὰ φέρνει παραδείγματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐμποδίζεται νὰ ἔχουν πέσει σὲ σφάλμα οἱ δίκαιοι, λέγοντας ἐὰν τυχὸν ἐφωράθη (ὁ ἴδιος) ἐν αἰσχρότητι. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ μὲ τὴ θεραπαινίδα συνευρέθη (Γεν., ιστ',4) καὶ ὁ Δαβὶδ γυναῖκα ἄλλου ἐρωτεύθηκε καὶ τὴν ἔκαμε σύζυγόν του  (Β' Βασ. ια', 4  καὶ 27). Διότι συνέῤῥαψε διὰ τὸν ἑαυτόν του κάποια φύλλα, κάποια παραδείγματα ἐκ τῆς σειρᾶς τῶν προφητικῶν γραφῶν, τὸν καρπόν τους ὅμως δὲν θεωρεῖ ποθητόν.

66.    Δὲν σοῦ φαίνεται ὅτι καὶ οἱ Ἰουδαῖοι ἀκόμη ἔῤῥαψαν φύλλα, ἐνόσῳ τὰ λόγια τοῦ πνευματικοῦ νόμου σωματικῶς ἑρμηνεύουν; Τούτων ἡ ἑρμηνεία στερεῖ κάθε καρπόν τῆς ἀκμαιότητός του, οἱ ὁποῖοι καρποὶ ἔχουν καταδικασθῆ διὰ τῆς κατάρας τῆς αἰώνιας ξηρασίας. Λοιπόν, ἡ καλὴ ἑρμηνεία, τοὐτέστιν ἡ πνευματικὴ συκῆ εἶναι καρποφόρα, κάτω ἀπὸ τὴν ὁποίαν βρίσκουν ἀνάπαυσιν οἱ δίκαιοι καὶ οἱ ἅγιοι. Αὐτὴν ἐὰν κάποιος τὴν φυτεύσῃ στὴν ψυχὴν τοῦ καθενός, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος: Ἐγὼ ἐφύτευσα, ὁ Ἀπολλὼ ἐπότισεν (Α' Κορ. γ',6), θὰ φάγῃ ἐξ αὐτῆς καρπόν. Ἡ κακὴ ὅμως ἑρμηνεία δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ φέρῃ καρπόν, οὔτε νὰ διατηρήσῃ τὴν φιλαλήθειαν.

67.    Τὸ βαρύτερον, λοιπόν, εἶναι ὅτι ὁ Ἀδὰμ περιεβλήθη αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν ὡς χιτῶνα ἐκεῖ, ὅπου ὤφειλεν μᾶλλον νὰ περιβληθῇ τὸν καρπὸν τῆς ἁγνότητος. Διότι λέγεται ὅτι στὴν ὀσφὺν τὴν ὁποίαν περιζωννύμεθα, ὑπάρχουν κάποια σπέρματα γιὰ τεκνογονίαν·  καὶ γι' αὐτὸ κακῶς ἐκεῖ ζώστηκεν ὁ Ἀδὰμ μὲ φύλλα ἀνωφελῆ, ὅπου ὄχι τὸ μέλλοντα καρπὸν τῆς μέλλουσας γενιᾶς, ἀλλὰ κάποια ἁμαρτήματα σημαίνει, ποὺ ἔμειναν μέχρι τὴν ἄφιξιν τοῦ Κυρίου Σωτῆρος. Ἀφοῦ ἦλθεν ὁ Κύριος βρῆκεν ἄλλην συκῆν ἀπεριποίητην: παρακληθεὶς νὰ μὴ διατάξῃ νὰ ἐκριζωθῇ, ἐπέτρεψεν νὰ τύχῃ περιποιήσεως. Καὶ γι' αὐτὸ ἤδη δὲν περιζωννύμεθα μὲ φύλλα, ἀλλὰ μὲ τὸ θεϊκὸ λόγον: διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέγει: "Ἄς εἶναι οἱ ὀσφύες σας ζωσμένες, καὶ  αἱ λαμπάδες σας ἀναμμένες" (Λουκ. ιβ',35). Ὅθεν προσέτι χρήματα στὶς ζῶνες μας ἀπαγορεύει νὰ φέρωμεν (Ματ. ι',9). Διότι ἡ ζώνη μας ὀφείλει νὰ διατηρῇ ὄχι τὰ γήϊνα, ἀλλὰ τὰ αἰώνια. 

 

Ἀπαγορεύεται η ἀναδημοσίευση, ἡ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ἤ διασκευή ἀπόδοση του κειμένου γιά  ἐμπορικούς ἠ κερδοσκοπικούς λόγους.  

Τά δικαιώματα αὐτά ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου στόν συγγραφέα

κ.Χρίστο Βασιλειάδη.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

25  ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2012 

Share on Facebook

Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Powered by active³ CMS - 25/5/2012 9:15:10 πμ