ΑΓΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ "Περί τοῦ Παραδείσου" Κεφάλαιον ΙΔ'

Τοῦ ἁγίου Ἀμβροσίουἐπισκόπου Μεδιολάνων

"Περί τοῦ Παραδείσου"

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΛΑΤΙΝΙΚΑ ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ-ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ

Κεφάλαιον ΙΔ '

Περὶ τῆς φωνῆς τοῦ Κυρίου, περιπατοῦντος τὴν ἑσπέραν, καὶ

περὶ τῆς ἐπιπλήξεως τοῦ Ἀδάμ, Ποῦ εἶσαι; Γιατὶ παρὰ ταῦτα νὰ

ἐπιτιμᾶται πρῶτος ὁ Ἀδάμ, ἀφοῦ ἡ γυναῖκα ἐγεύθη πρώτη: καὶ

περὶ τῆς δικαιολογίας τῆς γυναικός, καὶ περὶ τῶν μυστηρίων ποὺ δι'

αὐτῶν δηλοῦνται.

 

68.    Καὶ ἄκουσαν, εἶπεν, τὴ φωνὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ κατὰ τὴν ἑσπέραν (Γεν. γ', 8). Ποιὸ εἶναι τὸ περπάτημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος πανταχοῦ πάντοτε εἶναι; Ἀλλὰ ἔχω τὴ γνώμην ὅτι ὑπάρχει ἕνα περπάτημα τοῦ Θεοῦ σύμφωνα μὲ τὴν σειρὰν τῶν θείων Γραφῶν, στὶς ὁποῖες παραδίδεται κάποια παρουσία τοῦ Θεοῦ· διότι ἀκοῦμεν ὅτι αὐτὸς ὁ ἴδιος βλέπει τὰ πάντα, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς δικαίους (Ψαλ. λγ', 16): ὅταν διαβάζωμεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐγνώριζεν τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν (Λουκ. στ',8): ὅταν διαβάζωμεν: "Διατὶ διαλογίζεσθε πονηρὰ μέσα στὶς καρδιές σας;" (Ματ. θ',4). Λοιπὸν ἐνόσῳ ἀναλογιζόμεθα αὐτά, γνωρίζομεν τὸ Θεὸν ὡς περιπατοῦντα. Εἶχε διαφύγει ὁ ἁμαρτωλός, ὄχι ὅτι μποροῦσε νὰ κρυφτῇ ἀπ' τὴν ὄψιν τοῦ Θεοῦ: ἀλλ' ἤθελε νὰ κρυφθῇ μέσα στὴν συνείδησή του, δὲν ἤθελε νὰ ῥίψη φῶς στὰ ἔργα του. Διότι τοῦ δικαίου ἴδιον εἶναι νὰ βλέπῃ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον· διότι ὁ νοῦς τοῦ δικαίου ὄχι μόνον εἶναι παρὼν στὸ Θεόν, ἀλλὰ προσέτι μετὰ τοῦ Θεοῦ συνομιλεῖ, ὅπως εἶναι γεγραμμένον: Κρίνατε ὀρφανὸν καὶ δικαιώσατε χήραν, καὶ ἐλᾶτε νὰ διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος (Ἡσ. α',17 καὶ 18). Ὅταν λοιπὸν διαβάζῃ ὁ ἁμαρτωλὸς αὐτὲς τὶς θεϊκὲς Γραφές, ἀκούει τὴ φωνὴν τοῦ Θεοῦ ὡς περιπατοῦντος κατὰ τὴν ἑσπέραν. Τὶ εἶναι τό: κατὰ τὴν ἑσπέραν, παρὰ ὅτι ὄψιμα γνώρισεν τὸ ἁμάρτημά του, καὶ ὄψιμα ἦλθεν ἕνας κάποιος φόβος, γιὰ τὸ παρατρέξαν σφάλμα, ὁ ὁποῖος ὤφειλεν νὰ προλάβῃ τὸ ἁμάρτημα; Διότι ἐνόσῳ τὸ ἁμάρτημα ζέει εἰς τὸ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ ἐξεγείρεται διὰ τῶν παθῶν τοῦ σώματος, δὲν σκέπτεται τὸ Θεὸν ἡ αἴσθησις τοῦ πλανωμένου, τοὐτέστιν δὲν ἀκούει τὸ Θεὸ νὰ περιπατῇ ἐν ταῖς θείαις Γραφαῖς, περιπατοῦντα εἰς τὸ νοῦν τοῦ καθενός. Ἐπειδὴ λέγει ὁ Θεός, Διότι θὰ κατοικήσω σ' ἐκείνους, καὶ μεταξὺ αὐτῶν θὰ περιπατήσω καὶ θὰ εἶμαι Θεός των (Λευϊτ. κστ',12). Λοιπὸν ὅσον ἐπιστρέφει ὁ φόβος τῆς θείας ἐξουσίας εἰς τὴν αἴσθησιν τῆς ψυχῆς, τόσον αἰσχυνόμεθα, τότε ἐμεῖς κάνομεν τὴ χειρονομίαν τῆς ἀποκρύψεως, τότε μέσα στοὺς διαλογισμοὺς τῶν ἁμαρτημάτων μας, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ δένδρου τοῦ παραδείσου, ὅταν ἁμαρτήσαμεν, ἐπιπληττόμεθα, ἐπιθυμοῦντες μὴ γίνωμεν ἀντιληπτοὶ καὶ νομίζοντες ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀνιχνεύει τὰ κρύφια. Ἀλλ' ὁ ἐξερευνητὴς τῶν ψυχῶν καὶ τῶν λογισμῶν εἰσδύων μέχρι διαιρέσεως ψυχῆς λέγει: Ἀδάμ, ποῦ εἶσαι; (Γεν. γ',9).

69.    Πῶς ὁμιλεῖ ὁ Θεός; Μήπως ἆράγε μὲ σωματικὴ φωνήν; Πράγματι ὄχι, ἀλλὰ μὲ κάποιαν ὑπεροχοτέρα δύναμιν, ἀπ' ὅ,τι μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ σώματος, ἐκφέρων χρησμούς. Αὐτὴν τὴ φωνὴν οἱ προφῆτες του τὴν ἄκουσαν· αὐτὴν τὴ φωνὴν οἱ πιστοὶ τὴν ἀκούουν, οἱ ἀσεβεῖς δὲν τὴν κατανοοῦν. Τέλος, ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ ἔχεις, ὅτι ἤκουσεν ὁ εὐαγγελιστὴς νὰ λέγῃ ὁ Πατήρ: καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω: ἀλλ' οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἤκουσαν. Διότι ἔλεγαν: Βροντὴ ἔγινε (Αὐτόθι 29). Ἐκεῖ λοιπόν, ὅπως ἔχεις ἀνωτέρω, ὅπως γινόταν αἰσθητὸς νὰ περπατῇ ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος (ὅμως) δὲν περιεπάτει, ἔτσι ἠκούετο ὁμιλῶν ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δὲν ὡμίλει.

70.    Ἀλλ' ἄς ἴδωμεν τὶ συζητοῦσαν: Ἀδάμ , ποῦ εἶσαι; Μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ ὑπάρχει φάρμακον γιὰ τὴν ὑγείαν σ' αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀκούουν τὸ λόγον τοῦ Θεοῦ. Τέλος οἱ Ἰουδαῖοι οἱ ὁποῖοι ἔκλεισαν τὰ αὐτιά τους γιὰ νὰ μὴ ἀκούωσιν καὶ σήμερα δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ ἀκούωσιν· ἔπειτα ἔχουν φάρμακον ὅσοι κρύβονται. Διότι ὅποιος κρύπτεται, αἰσχύνεται: ὅποιος αἰσχύνεται μεταστρέφεται· ὅπως εἶναι γραμμένο: Ταραχθήτωσαν καὶ ἐντραπήτωσαν πάντες ὡς ταχέως (Ψαλ. στ', 11).

  Ἔπειτα αὐτὸ καθ' αὐτὸ τὸ ὅτι καλεῖ (ὁ Θεὸς) ἀποτελεῖ ἔνδειξιν τῆς μέλλουσας θεραπείας, διότι ὁ Κύριος οὕς οἰκτίρει, καὶ καλεῖ. Μὲ τὸ ποὺ εἶπεν, Ποῦ εἶσαι (Γεν. γ',9); δὲν ῥωτᾶ γιὰ τὸν τόπον αὐτὸς ποὺ γνώρισεν τὸ μυστικόν· διότι οὔτε ὁ Θεὸς εἶχεν κλειστοὺς τοὺς ὀφθαλμούς, ὥστε νὰ μὴ ἴδη τὸν κρυβόμενον.

  Τέλος, γι' αὐτὸ εἶπεν: Ἔγινεν ὁ Ἀδὰμ ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν (Αὐτόθι 22)· διότι ἤνοιξεν τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ αὐτὸς βέβαια ἤνοιξεν τοὺς ὀφθαλμοὺς γιὰ νὰ ἴδῃ τὴν ἁμαρτίαν του, τὴν ὁποίαν δὲν μπόρεσε νὰ ἀποφύγῃ. Διότι μᾶλλον ἀφοῦ ἁμαρτήσαμεν, δὲν ξέρω πῶς γνωρίζομεν τὰ παραπτώματά μας: καὶ τότε καταλαβαίνομεν ὅτι εἶναι ἁμαρτία, αὐτὴ ποὺ πρὶν ἁμαρτήσωμεν, δὲν θεωρούσαμεν ὅτι εἶναι ἁμαρτία. Βέβαια ὄχι σὰν ἁμάρτημα νομίζαμεν ὅτι πρέπει νὰ καταδικασθῇ: δηλαδὴ ἐὰν καταδικάζαμεν δὲν θὰ ἀπεδεχόμεθα. Ὁ Θεὸς ὅμως βλέπει ὅλων τὶς ἁμαρτίες καὶ γνωρίζει ὅλων τὰ ἁμαρτήματα: πάνω ἀπὸ κάθε ψυχήν, ἐπὶ τὰ μυστικὰ ὅλων στρέφει τοὺς ὀφθαλμούς. Τὶ εἶναι λοιπὸν τό: Ἀδὰμ ποῦ εἶσαι; Δηλαδή, ὄχι σὲ ποιὸ τόπον, ἀλλὰ σὲ ποιὰ κατάστασιν εἶσαι. Λοιπὸν ὄχι ἐρώτησις, ἀλλὰ ἐπίπληξις. Ἀπὸ ποιά, εἶπεν, ἀγαθὰ, ἀπὸ τὴν παιδικὴν εὐτυχίαν, ἀπὸ τὶ εἴδους χάριν σὲ ποιὰν ἀθλιότητα ὑποτροπίασες; Κατέλιπες τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ ἐτάφης τῷ θανάτῳ, συνετάφης μὲ τὴν ἁμαρτίαν. Ποῦ βρίσκεται ἐκείνη ἡ δική σου καλῶς συνειδητὴ ἐμπιστοσύνη; Αὐτὸς ἐδῶ ὁ φόβος τὴν ἁμαρτίαν ὁμολογεῖ, ἡ πρόφασις τὴν παράβασιν. Λοιπόν, ποῦ εἶσαι; Δηλαδὴ δὲν ζητῶ σὲ ποιὸν τόπον, ἀλλὰ σὲ ποιὰν κατάστασιν. Εἰς αὐτὸ σὲ ὡδήγησαν τὰ ἁμαρτήματά σου, νὰ ἀποφεύγῃς τὸ Θεὸν σου ποὺ προηγουμένως ἐπιζητοῦσες; Ἴσως συγκινεῖ τὸ γιατὶ προηγουμένως ὁ Ἀδὰμ ἐπιπλήττεται, ἐνῶ ἡ γυναῖκα προηγουμένως εἶχε γευθῆ; Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παράβασιν ἔκαμε ἀρχὴν τὸ ἀσθενέστερον φύλον, ἀπὸ τὸ φόβον καὶ τὴ δικαιολογίαν τὸ ἰσχυρότερον: ὥστε ἡ γυναῖκα ἔγινεν αἰτία τοῦ σφάλματος, ὁ ἄνδρας αἰτία τῆς ντροπῆς.

71.   Καὶ εἶπεν ἡ γυναῖκα: Τὸ φίδι μὲ ἀπάτησεν καὶ ἔφαγα (Γεν. γ',13). Ἀφέσιμη ἁμαρτία τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ ὁμολογία τῶν παραπτωμάτων. Γι' αὐτὸ δὲν ἀπογοητεύεται ἡ γυναῖκα ἐκείνη, ποὺ δὲν ἀποσιώπησεν στὸ Θεόν, ἀλλὰ τὸ ἁμάρτημα ἐξομολογήθηκεν μᾶλλον παρ' ὅ,τι ἠκολούθησεν ἡ ἰατρικὴ γνωμάτευσις. Εἶναι καλὸν νὰ καταδικαζώμεθα γιὰ τὴν ἁμαρτίαν καὶ νὰ μαστιγωνώμεθα γιὰ τὸ παράπτωμα μαζὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Τέλος ὁ Κάϊν ἐπειδὴ θέλησε νὰ ἀρνηθῇ τὸ ἔγκλημά (του) ἐκρίθη ἀνάξιος νὰ τιμωρηθῇ γιὰ τὸ ἁμάρτημα: ἀλλ' ἀφέθη χωρὶς παράγγελμα γιὰ ποινήν, ἴσως ὄχι τόσον αὐστηρὸ ἕνεκα τοῦ βαρέος ἐγκλήματος τῆς μιαιφονίας (διότι ἐκεῖνο τὸ διέπραξεν κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ) ὅσον ἕνεκα τοῦ τῆς ἀνοσιουργίας, διότι ἐπίστευσεν ὅτι μπορεῖ νὰ ψευσθῇ στὸ Θεὸν λέγων: "Δὲν ξέρω: μήπως ἐγὼ εἶμαι φύλακας τοῦ ἀδελφοῦ μου" (Γεν δ',9); Καὶ γι' αὐτὸ ἡ κατ' αὐτοῦ κατηγορία φυλάχθηκεν ἀπὸ τὸν κατήγορον διάβολον· ἵνα ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους του μαστιγώνηται, αὐτὸς ποὺ δὲν θέλησε νὰ μαστιγώνηται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τέλος περὶ τῶν τοιούτων ἐλέχθη: "Δὲν εἶναι λύπαι εἰς τὸν θάνατον αὐτῶν... οὐδὲ μαστιγώνονται μετὰ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων" (Ψαλ. οβ',4,5).

Λοιπὸν ἄλλος ἦταν ὁ λογισμὸς τῆς γυναικός, ἡ ὁποία κι' ἄν ἔπεσεν στὸ σφάλμα τῆς παραβάσεως ὅμως εἶχεν μέχρι τώρα ἐκ τῶν δένδρων τοῦ παραδείσου τὸ δέλεαρ τῆς δυνάμεως: καὶ γι' αὐτὸ εἶπεν τὸ ἁμάρτημά της καὶ τῆς ὑπολογίστηκεν πρὸς ἄφεσιν. Διότι δίκαιος κατήγορος ἐν ἀρχῇ εἶναι αὐτὸς τοῦ δικοῦ του λόγου. Διότι οὔτε μπορεῖ κάποιος νὰ δικαιωθῇ ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, ἐὰν δὲν ἐξομολογηθῇ προηγουμένως τὴν ἁμαρτίαν. Ὅθεν ὁ Κύριος λέγει: "Εἰπὲ τὰς ἀδικίας σου, ἵνα δικαιωθῇς" (Ἡσ. μγ',26).

72.  Λοιπὸν, ἐπειδὴ ἡ ἴδια ἡ Εὔα ἐξωμολογήθη τὸ ἁμάρτημα, πραότερην καὶ ὠφέλιμη γνώμην ἀκολουθεῖ, γιὰ νὰ καταδικάσῃ τὴν πλάνην καὶ νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴ γνώμην ἵνα πρὸς τὸν ἄνδρα της στραφεῖσα τὸν ὑπηρετῇ. Πρῶτον γιὰ νὰ μὴ τὴν εὐχαριστῇ εὔκολα νὰ ἁμαρτάνῃ: ἔπειτα γιὰ νὰ μὴ παραδίδῃ τὸν ἄνδρα ἔχουσα τοποθετηθῆ ὑπὸ ἰσχυρότερον σκεῦος, ἀλλὰ μᾶλλον μὲ τὴ συμβουλὴν τοῦ ἀνδρὸς καὶ ἡ ἴδια νὰ διοικῆται. Σ' αὐτὸ βέβαια διακρίνω σαφῶς τὸ μυστήριον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Δηλοῦται ἡ μέλλουσα στροφὴ καὶ ἡ θρησκευτικὴ δουλεία ὑποταγμένη στὸ Λόγον τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ καλλίτερη ἀπ' τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ τοῦ αἰῶνος. Τέλος ἐγράφη: "Κύριον τὸ Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις" (Δευτ. στ',13).

  Αὐτὴ ἡ δουλεία στὸ Θεὸν εἶναι δῶρον. Τέλος μεταξὺ τῶν εὐλογιῶν ἀριθμεῖται ἡ χάρις αὐτῆς τῆς δουλείας: διότι καὶ ὁ Ἰσαὰκ εἰς τὸν τόπον τῆς εὐλογίας τὴν ἔδωσεν στὸν Ἡσαῦ τὸ γυιόν του, διὰ νὰ ὑπηρετῇ τὸν ἀδελφόν του. Τέλος ἐκεῖνος ἐπιζητοῦσεν τὴν εὐλογίαν: ἄν καὶ εἶχε γνωρίσει ὅτι ἡ μία τοῦ εἶχεν ὑφαρπαγῇ, ὅμως ἄλλην ἀπαιτοῦσε λέγων: "Μήπως μία εὐλογία ἔχεις, πατέρα;" (Γεν. κζ',38); Μ' αὐτὴν τὴ δουλείαν ἐκεῖνος ποὺ ἕνεκα λαιμαργίας πούλησεν προηγουμένως τὰ πρωτοτόκια καὶ ἀπὸ ζῆλο γιὰ κυνῆγι ἄγριων ζώων ἀπέβαλεν τὴ χάριν τῆς εὐλογίας, πίστεψεν ὅτι ἡ μέλλουσα (εὐλογία) θὰ εἶναι καλλίτερη, ἐὰν στὸ πρόσωπον τοῦ ἀδελφοῦ ἐσέβετο τὸν τύπον τοῦ Χριστοῦ. Διότι μὲ αὐτὴν τὴ διακονίαν ἰσχύει ὁ χριστιανικὸς λαός, ὅπως καὶ ὁ Κύριος λέγει εἰς τοὺς μαθητές του. "Ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος ἀνάμεσά σας, νὰ εἶναι διάκονος πάντων" (Ματ. κ', 27). Τέλος, αὐτὴν τὴ δουλείαν κατεργάζεται ἡ ἀγάπη ἡ ὁποία εἶναι μείζων καὶ τῆς ἐλπίδος καὶ τῆς πίστεως. Ὅθεν ἐγράφη: "Δι' ἀγάπης δουλεύετε ἀλλήλοις" (Γαλ. ε',13). Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ μυστήριον ποὺ λέγει ὁ Ἀπόστολος ὅτι εἶναι ἐν Χριστῷ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν (Ἐφεσ. ε',32). Διότι ἀληθῶς αὐτὴ ὑπῆρξεν πρὶν τὴν παράβασιν, αὐτὴ θὰ σωθῇ διὰ τῆς τεκνογονίας ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ καὶ ἁγιασμῷ μετὰ ἁγνότητος. Παραβάτις ὅπως ἐν τοῖς πατρᾶσιν ἡ γενεὰ τῶν ἀνθρώπων σῴζεται δι' υἱῶν, ἵνα ὅ,τι προσκρούει στοὺς Ἰουδαίους, διορθώνηται εἰς τοὺς ἀπογόνους τῶν Χριστιανῶν.

 

Ἀπαγορεύεται η ἀναδημοσίευση, ἡ ἀναπαραγωγή, ὁλική, μερική, περιληπτική, κατά παράφραση ἤ διασκευή ἀπόδοση του κειμένου γιά  ἐμπορικούς ἠ κερδοσκοπικούς λόγους.  

Τά δικαιώματα αὐτά ἀνήκουν ἐξ ὁλοκλήρου στόν συγγραφέα

κ.Χρίστο Βασιλειάδη.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ  2012 

Share on Facebook

Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:


Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον
Powered by active³ CMS - 25/5/2012 9:13:25 πμ