Θεματολογία


3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2011

ΜΟΡΦΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΘΕΙΣΜΟΥ


ΜΟΡΦΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΘΕΙΣΜΟΥ

Χρίστου Βασιλειάδη

Θεολόγου-Φιλολόγου. 

  

Περιεχόμενα:

Εισαγωγή

Μορφές Αθεϊστικής πνευματικότητας

(Μέρος Β')

Η πνευματικότητα του σύγχρονου αθεϊστικού ορθολογισμού
Η αθεϊστική μαρξιστική πνευματικότητα

Μορφές πνευματικότητας του Αθεϊσμού

(Μέρος Γ')

Μορφές αθεϊστικής πνευματικότητας

Αξιολογική αθεϊστική πνευματικότητα

( Μέρος Δ')

Μορφές πνευματικότητας του σύγχρονου Αθεϊσμού

(Εισαγωγή)

Με τον κατεστημένο τρόπο σκέψης, είναι βέβαια σχεδόν αυτονόητο, ο τίτλος του άρθρου να μοιάζει παράδοξος. Δεν είναι όμως κατά βάθος τέτοιος, παρά μόνο επιδερμικά και φαινομενικά.

Αντίθετα πάντως με την αντίληψη των περισσότερων πιστών, οι καλλιεργημένοι άθεοι της εποχής μας, όσο κι αν είναι ακόμη και υλιστές, κάθε άλλο παρά αρνούνται την ύπαρξη πνεύματος στον άνθρωπο. Οι άθεοί μας, λοιπόν, δείχνουν γενικά αρκετή διάθεση να δεχθούν την περίφημη εκείνη θεωρία του Teilhard de Chardin, σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη του σύμπαντος γνώρισε μέχρι στιγμής τρεις κύριες φάσεις: την υλόσφαιραν, τη βιόσφαιραν και τη νοόσφαιραν. Αν, λοιπόν, κάτι αρνούνται οι άθεοι, αυτό μόνον είναι η ύπαρξη αθάνατης ανθρώπινης ψυχής, ικανής δηλαδή να ζήσει μια ζωή χωριστή απ΄ εκείνη του σώματος. Ομως δεν θέτουν γι΄ αυτό το λόγο υπό αμφισβήτηση και την πρωτοτυπία της νοοσφαίρας, ούτε το ότι μόνον ο άνθρωπος, απ΄ όλα τα όντα του σύμπαντός μας έχει πρόσβαση σ΄ αυτή.

          Οπωσδήποτε δε κι αυτοί οι άθεοι επίσης θεωρούν ότι οι αλτρουϊστικές, ηθικές, αισθητικές, πολιτισμικές αξίες ανήκουν στη δικαιοδοσία του πνεύματος και ότι μ΄ αυτή τουλάχιστον την έννοια είναι, άρα, οπωσδήποτε πνευματικές.

          Πολλοί, λοιπόν, απ΄ τους ίδιους αυτούς ανήγαγαν στον απόλυτο βαθμό τη μια ή την άλλη απ΄ αυτές τις αξίες. Αφιερώνουν μάλιστα συχνά όλες τους τις προσπάθειες, δηλαδή ακόμη και ολόκληρη τη ζωή τους, στην υπηρεσία του ιδανικού τους και φθάνουν έτσι σε μια υψηλή βαθμίδα ηθικής και πνευματικής τελειότητας. Ετσι, λόγου χάριν, διαβάζουμε ότι ο τάδε άθεος, γιατρός της Βόρειας Γαλλίας, δέχθηκε να πειραματισθεί πάνω στον εαυτό του το φάρμακο, απ΄ το οποίο έλπιζε πολλοί ασθενείς να βρουν μεγάλη βοήθεια. Κι αφού έτσι χρειάσθηκε να του ακρωτηριάσουν το ένα πόδι, αυτός συνέχισε με τον ίδιο ζήλο τα πειράματά του, οπότε χάνει στη συνέχεια το άλλο πόδι, αλλά κατόπιν και τα χέρια, για να πεθάνει τελικά μέσα σε αφόρητους πόνους. Και δεν είναι μοναδική η περίπτωσή του, διότι πάμπολλοι επιστήμονες και ερευνητές άθεοι αφιερώνονται ολοκληρωτικά σε προσπάθειες, απ΄ τις οποίες δεν έχουν να περιμένουν κανένα προσωπικό όφελος, τουλάχιστον υλικό. ΄Αλλοι πάλιν άθεοι αφιερώνουν τον εαυτό τους με την ίδια ανιδιοτέλεια αλλά και γενναιοψυχία στην υπηρεσία της επικράτησης της δικαιοσύνης. ΄Ετσι, π.χ. κατά τη ναζιστική κατοχή σε πολλές χώρες, μεταξύ των τυφεκισθέντων αντιστασιακών υπήρχαν όσοι «πίστευαν στον ουρανό», αλλά και άλλοι που δεν πίστευαν εκεί καθόλου. Και στις δυό περιπτώσεις οι εκτελεσθέντες πέθαναν με την ίδια αφοβία και με την ίδια πεποίθηση στην αποτελεσματικότητα της θυσίας τους.

          Επομένως, κάθε άλλο παρά καταχρηστικά μπορούμε να κάνουμε λόγο για πνευματικότητα τέτοιων αθέων. Αυτή τους δε η πνευματικότητα είναι, κατά περίπτωση, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή και λίγο - πολύ διατυπωμένη με αξιώσεις ακόμη και θεωρητικά. Και άλλοι μεν αντλούν τα κίνητρα της δράσης και τη δικαίωση της ύπαρξής τους από το Μαρξισμό, άλλοι από τον Υπαρξισμό, κι άλλοι ακόμη και από τη φιλοσοφία του Nietzsche, για να μη κάνουμε λόγο και για την ψυχανάλυση του Freud ή τον επιστημονισμό του Rostand ή του Huxley.

          Επομένως, δεν υπάρχει μια μόνο μορφή πνευματικότητας του αθεϊσμού, αλλά βέβαια πολλαπλές, οι οποίες μεταξύ τους διαφέρουν το ίδιο, όπως μεταξύ των θρησκευτικών μορφών πνευματικότητας διαφέρει π.χ. η χριστιανική από τη βουδδιστική ή η ισλαμική από την πολυθεϊστική των Ινδιών.

          Οπως, λοιπόν, οι θρησκευτικές μορφές πνευματικότητας έχουν από κοινού την πίστη σε μια υπερβατική αρχή, το ίδιο οι αθεϊστικές συναντώνται σε κάποια βασικά αιτήματα.

        Πρώτο απ΄ αυτά είναι βέβαια η άρνηση κάθε υπερβατικότητας και κάθε υπερεμπειρικής πραγματικότητας, στην οποία να οφείλει τάχα να αναφερθεί κατά τη δράση του ο άνθρωπος, κι από όπου να αναμένει επιβράβευση ή καταδίκη για τις πράξεις του. Το άτομο, έτσι, δεν θεωρείται υπεύθυνο παρά μόνο ενώπιον του εαυτού του και μπροστά στους συνανθρώπους του. ΄Ολοι δηλαδή οι άθεοι λίγο - πολύ υιοθετούν ρητά το περίφημο αξίωμα που διατύπωσε ο Karl Marx : «Μπρος λοιπόν, να κατασκευάσουμε το ύψιστο ον απ΄ τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο».

          Μέχρι δε πρόσφατα, την πνευματικότητα αυτή όλων σχεδόν των αθέων την εχαρακτήριζε κυρίως η αντίθεσή της προς την κυριαρχούσα θρησκευτική πνευματικότητα της εποχής τους ή μιας κοινωνικής ομάδας.

          ΄Ετσι, στα μάτια μεν των τότε συγχρόνων τους και των επίσημων εκπρόσωπων της θρησκείας, έφθασαν να θεωρηθούν άθεοι π.χ. ο φαραώ Akh-el-Athon, «ο μεθυσμένος αυτός από τη θεότητα βασιλιάς», ο Σωκράτης, ο Μωάμεθ, ο Gandhi, αλλά κι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός καθώς και πολλοί απ΄ τους καλλίτερούς του μαθητές, που οι περισσότεροί τους θανατώθηκαν με βασανιστήρια και με την κατηγορία του αθεϊσμού ή της ασέβειας προς το Θεό.

          Κοντύτερα δε σε μας και μέσα στο χώρο του Χριστιανικού μας πολιτισμού, πολλοί άνδρες και γυναίκες χαρακτηρίζονταν και κατηγορούνταν σαν άθεοι, μόνο και μόνο επειδή πίστευαν ότι η επικρατούσα θρησκευτική πίστη ήταν το κύριο εμπόδιο στην πραγματοποίηση εκείνου του ιδανικού της δικαιοσύνης, της προόδου και της ελευθερίας, που αποτελεί την ουσία της δικής τους πνευματικότητας.

          Αλλωστε, η Εκκλησία δεν είχε συνδέσει τη μοίρα της με τη μοναρχία και τον καπιταλισμό και δεν αντιτέθηκε στην κοινωνική πρόοδο, αλλά και στην επιστημονική έρευνα; Και μόνο τα ονόματα του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου προκαλούσαν βρασμό ψυχής και αγανάκτηση στους παπούδες μας.

          Στις μέρες μας πάλιν πολλοί καλλιεργημένοι άθεοι θέλουν να είναι και απόλυτα άθεοι, απορρίπτουν δε όχι μόνο μια συγκεκριμένη θρησκεία, αλλ΄ όλες συλλήβδην ακόμα κι εκείνα τα υποκατάστατα θρησκειών ή μυστικισμών όπως δηλαδή συγκεκριμένα λειτούργησαν, ως γνωστόν, για λογαριασμό της μάζας των απίστων ο κομμουνισμός, ο ναζισμός, ο φασισμός αλλά και ο ίδιος ο καπιταλισμός.

          Στα μάτια, λοιπόν, τέτοιων θρησκευτικών υποκατάστατων, το νόημα της ζωής μέσα από τον αγώνα υπέρ μιας ιδεώδους κοινωνίας δεν είναι παρά η μετατόπιση του παλιού εκείνου ονείρου, ενός δηλαδή απραγματοποίητου παραδείσου. Και μέσα στον ίδιον τον αθεϊσμό ήταν που οι οπαδοί του ήθελαν ορισμένως να βρουν τους λόγους και τα κίνητρα για ζωή και ελπίδα.

          Ο αθεϊσμός λοιπόν ώφειλε να μη αποτελεί μια απλή άρνηση των θρησκευτικών δογμάτων, αλλά επιπλέον να επεξεργάζεται και τη δική του αντίληψη για την ανθρώπινη ύπαρξη, να γίνεται δηλαδή ό,τι λέμε μια θετική πρόταση, αλλά και μια θετική πραγματικότητα. Και είναι μεν ανάγκη να αναγνωρίζουμε ότι μέχρι σήμερα αυτή τουλάχιστον η θέληση για οικοδόμηση ενός θετικού αθεϊσμού, ελεύθερου δηλαδή από κάθε μυστικισμό και προ παντός απ΄ τα υποκατάστατα του τελευταίου αυτού, δεν τήρησε τις υποσχέσεις της. Τα περισσότερα, λοιπόν, έργα τα αφιερωμένα στη δικαίωση του αθεϊσμού εμφανίζονται, αν μη αποκλειστικά, κυρίως όμως σαν κριτική των θρησκειών και των διαφόρων μορφών πίστης. ΄Ετσι, λοιπόν, και ρωτήσει κανείς ένα άθεο το λόγο για τον οποίον είναι άθεος, ο τελευταίος αυτός θα αναφερθεί σχεδόν πάντα στο παράλογο των θρησκευτικών δογμάτων, και στην αδυναμία του να τα θεωρήσει αληθινά, κάθε φορά δηλαδή που δεν περιορισθεί ο ίδιος να καταγγείλει τη μετριασμένη αξία καθώς και την υποκρισία των πιστών που αυτός συμβαίνει να γνωρίζει ή νομίζει ότι γνωρίζει. Είναι λοιπόν φανερό, ότι ένας άθεος που θέλει να δώσει ένα θετικό περιεχόμενο στην ύπαρξή του, είναι υποχρεωμένος και να θεμελιώσει την πνευματικότητά του πάνω σε κάτι άλλο εκτός εκείνου του σχέτου, καθαρού και γνήσιου αθεϊσμού.

          Εδώ, εξ άλλου, δεν υπάρχει και τίποτε που να μπορεί να μας καταπλήξει : Η απλή δηλαδή στέρηση ή άρνηση κάποιου πράγματος - και στην περίπτωση αυτή του Θεού - δεν μπορεί να επαρκέσει για να θεμελιώσει μια πνευματικότητα.

          Η έκταση, έπειτα, του σύγχρονου αθεϊσμού είναι ένα απ΄ τα χαρακτηριστικά του, τουλάχιστον στις χώρες, όπου επικρατεί ο Χριστιανικός πολιτισμός. Διότι δεν αποτελεί πλέον εκείνος το χαρακτηριστικό μόνο κάποιων ατόμων, που είναι τρόπον τινά οι γνωστοί σαν οι αφορισμένοι, δηλαδή αποκομμένοι απ΄ την κοινωνία, ούτε και το προνόμιο μιας μειονοψηφίας, που όπως π.χ. τον 18ο αιώνα, θα εθεωρείτο ιδιαίτερα διαφωτισμένη. Ο αθεϊσμός έγινε τώρα ο κλήρος, αν μη της πλειονότητας των συγχρόνων μας, τουλάχιστον ενός μεγάλου ποσοστού των τελευταίων αυτών. Και τείνει να γίνει ο γενικός κανόνας της κοινωνικής ζωής.

          Ενέχει πάντως ιδιαίτερη σημασία το να μη θεωρήσουμε σαν οπαδούς αυτής της αθεϊστικής πνευματικότητας και τη μάζα όσων στη ζωή τους η πίστη στο Θεό δεν έχει καμία θέση: αυτοί γενικά δεν έχουν βέβαια ούτε άθεη αλλ΄ ούτε και θρησκευτική πνευματικότητα, αφού οι πόρτες της νοόσφαιρας δεν έχουν ακόμη ανοίξει μπροστά τους.

          Στις μέρες μας, λιγότερο από άλλες θλιβερές εποχές, η άθεη πνευματικότητα θεωρεί τον εαυτό της υποχρεωμένο να καταπολεμάει το Χριστιανισμό - είτε στο όνομα των φώτων του λογικού είτε σ΄ εκείνο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αλλ΄ επίσης και κάθε επιστήμονας ξέρει ότι σήμερα πλέον είναι πολυάριθμοι οι εξέχοντες εκείνοι σοφοί, που πιστεύουν στο Θεό και αποτελούν μέρος των ένθερμων πιστών του ποιμνίου μιας εκκλησίας, η οποία ούτε βέβαια πλέον τους καταδικάζει, ούτε πια δυσπιστεί σ΄ αυτούς.

΄Ετσι π.χ. και οι αγωνιστές υπέρ της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, απ΄ την πλευρά τους, γνωρίζουν όλοι τους ότι υπάρχουν ένθερμοι Χριστιανοί, που, όπως κι αυτοί, αφιερώνονται με τον ίδιο ζήλο στους ίδιους ιερούς σκοπούς. ΄Ολοι μας επίσης ξέρουμε ότι σήμερα τόσο το πνεύμα της ελευθερίας όσο και της ανεξιθρησκείας βρίσκει όλο και λιγότερη αντίσταση μέσα στους κόλπους των εκκλησιών.

          Επομένως, η άθεη πνευματικότητα τείνει επί τέλους από αρνητική να γίνει θετική με την έννοια ότι αντί να αποτελεί απλή άρνηση του χριστιανικού κόσμου των αξιών, προσπαθεί αυτή η ίδια να αποβεί εκείνος ο κόσμος αξιών, ο οποίος μπορεί θαυμάσια να εναρμονισθεί κατά ένα τρόπο τουλάχιστον μερικό με τον κόσμο αξιών του Χριστιανισμού.

          Εξ άλλου, η παρατηρούμενη εξέλιξη και του ελευθεροτεκτονισμού, ιδίως στις δυτικές χώρες έχει σ΄ αυτό το σημείο ιδιαίτερη σημασία.

          ΄Ετσι, ενώ κατά τον 18ον και 19ον αιώνα ο τελευταίος αυτός καταπολεμούσε την εκκλησία εξ αιτίας της κοσμικής της εξουσίας, της εχθρότητάς της προς το διαφωτισμό της λογικής και της κοινωνικής προόδου, και ενώ τότε ήταν περισσότερο αντικληρικαλιστικός παρά άθεος ο ελευθεροτεκτονισμός και απέρριπτε μεν τον καθολικισμό αλλ΄ εξακολουθούσε να ομολογεί πίστη εις το Θεό, δηλαδή στον Ιησού Χριστό, μόλις όμως κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν που οι ελευθεροτέκτονες συγκρούσθηκαν με όλα τα δόγματα του Χριστιανισμού, αρνήθηκαν την ύπαρξη του Θεού, και βέβαια και τη θεότητα του Χριστού.

          Συνέχιζαν πάντως αυτοί να θεωρούν ζήτημα τιμής τους την τήρηση των κύριων ηθικών απαιτήσεων του Χριστιανισμού με την ίδια αυστηρότητα με όση τις τηρούσαν οι άριστοι μεταξύ των πιστών, έχοντας την αξίωση ότι έτσι αποδεικνύουν ακριβώς άχρηστη την «υπόθεση για ένα Θεό» αναφορικά πάντα με την κοινωνικότητα και την εντιμότητα του ανθρώπου.

          Σήμερα πια η πλειονοψηφία των ελευθεροτεκτόνων, και κυρίως οι νέοι, δεν δείχνουν καμιά εχθρότητα κατά του Χριστιανισμού. Συχνά μάλιστα έχουν φίλους μεταξύ των πιστών και δεν αρνούνται γενικά να τελέσουν ακόμη και το γάμο τους στην εκκλησία τουλάχιστον «για να κάνουν το χατήρι της πεθεράς τους» και να μη τη λυπήσουν ή και δεν θα έβλεπαν πάλιν τίποτε το ανάρμοστο στην παρουσία π.χ. θρησκευόμενων μέσα στις μασονικές στοές.

          Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ελευθεροτέκτονες έπαυσαν να είναι άθεοι. Αντίθετα μάλιστα, είναι άθεοι κατά τρόπο ριζοσπαστικότερο εκείνου των προγενέστερών τους, οι οποίοι μάλιστα, για να δείξουν χονδροειδώς την αθεΐα τους, έτρωγαν επίτηδες και επιδεικτικά τη Μεγάλη Παρασκευή λουκάνικα και θεωρούσαν ότι θίγονταν η αξιοπρέπειά τους με το να παρευρεθούν, έστω από λόγους κοινωνικής αβροφροσύνης και ευγένειας, σε κάποια θρησκευτική τελετή.

          Στους σημερινούς πάντως ελευθεροτέκτονες, επίσημα τουλάχιστον, δεν τίθεται καν πλέον ζήτημα θρησκευτικό. Στην δε ιδιωτική και δημόσια διαγωγή τους δεν αναφέρονται καθόλου στις θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής ηθικής. Αλλού δηλαδή είναι που αναζητούν την αιτιολόγηση, τη δικαίωση και το λόγο ύπαρξής τους.

Μορφές αθεϊστικής πνευματικότητας
(Μέρος Β΄)

Η πνευματικότητα του σύγχρονου αθεϊστικού ορθολογισμού

Ολοι οι δάσκαλοι της αθεϊστικής πνευματικότητας την απιστία τους, ως γνωστόν, τη θεωρούν θεμελιωμένη στο ίδιο το λογικό. Και κριτικάρουν μεν τη θρησκευτική πίστη από άποψη ιστορίας και επιστημών της φύσης. Ακόμη δε και φιλοσοφίες τόσο αντιορθολογιστικές, όπως του Nietzsche και του Sartre θεωρούν αποδεδειγμένο πια και ανεπίδεκτο αντίρρησης το ουσιώδες εκείνο μέρος των κριτικών του Feuerbach, του Marx καθώς και άλλων «επιστημονικών» αντιπάλων της θρησκείας. Στην πραγματικότητα όμως λίγοι σήμερα είναι οι καλλιεργημένοι άθεοι, που είναι τέτοιοι για λόγους αυστηρά ορθολογικούς. Τα ορθολογιστικά αντιθρησκευτικά επιχειρήματα δεν τους φαίνονται πια και τόσο δόκιμα παρά μόνο για τα υπαρξιακά κίνητρά τους προς απιστίαν. Οι άθεες, λοιπόν, μορφές πνευματικότητας, όπως άλλωστε και όλες οι άλλες, αποτελούν μίγμα ορθολογικού και συναισθηματικού στοιχείου, με γενική την υπεροχή του συναισθηματικού.

Η δε διαφορά ανάμεσα στις άλλες άθεες και στην κυρίως ορθολογιστική πνευματικότητα συνίσταται στο ότι οι πρώτες δεν ασχολούνται τόσο με την ίδια την αλήθεια, όσο με κάποιες άλλες ανθρώπινες αξίες, που θεωρούνται ότι τις αρνείται ή τις απειλεί η θρησκεία, ενώ η δεύτερη διακηρύττει τον εαυτό της ιδιοκτήτη της αλήθειας και κάτοχο της διανοητικής πια βεβαιότητας περί του ψεύδους της θρησκείας, κάθε δηλαδή θρησκείας.

Είναι δε γνωστόν, ότι το 18ο και το 19ο αιώνα η πνευματική ζωή της μεγίστης πλειονοψηφίας των αθέων διακήρυχνε ορισμένως ότι είναι ορθολογιστική. ΄Ετσι, στο όνομα αυτού του ορθολογισμού τόσο οι μνημονευθέντες ελευθεροτέκτονες όσο και άλλοι «φιλελεύθεροι» αγωνίζονταν κατά της επιρροής της Εκκλησίας και υπέρ της λαϊκοποίησης των σχολείων και άλλων δημοσίων θεσμών. Η επιστήμη εθεωρείτο τότε συνώνυμη των φώτων ενώ αντίστοιχα η θρησκεία, του σκοταδισμού. Και ενώ οι πιστοί πιάνονταν από αρχαίες βεβαιότητες - συμπεριλαμβανομένης της φυσικής του Αριστοτέλη και της αστρονομίας του Πτολεμαίου, - όσοι όμως προσχωρούσαν με ενθουσιασμό στις ανοιχτές προοπτικές της μοντέρνας επιστήμης, θεωρούσαν καθήκον τους να διακόψουν όχι μόνο με την αρχαία κοσμολογία και φυσική, αλλ΄ εξίσου και με τη θρησκεία, η οποία τόσο σ΄ αυτούς όσο και στους ίδιους τους πιστούς φαινόταν αχώριστη απ΄ αυτή την κοσμολογία και φυσική.

Αυτή δε η κοινή, δηλαδή η αμφίπλευρη πεποίθηση για μια ριζική αντίθεση ανάμεσα στην πίστη και την επιστήμη παρατάθηκε σχεδόν μέχρι περίπου το 1930. Και η σπουδή της φιλοσοφίας ακόμη δε περισσότερο των φυσικών επιστημών εθεωρείτο επικίνδυνη, αν όχι θανάσιμη, για την πίστη τόσο στα μάτια των πιστών όσο και των απίστων.

Οι δάσκαλοι λοιπόν του αθεϊσμού θεωρούσαν τον εαυτό τους ικανό και επιφορτισμένο με την αποστολή να απαλλάξει, αποδεσμεύσει και απελευθερώσει  τα νεανικά πνεύματα που ήθελαν να νοιώθουν ότι ξεπερνούν όλες εκείνες τις επιβιώσεις των αρχαίων δεισιδαιμονιών. Και πολλοί ήταν αυτοί που έχασαν τότε την πίστη τους, ακριβώς δηλαδή κατά τη διδασκαλία της φιλοσοφίας. Σήμερα πια οι φιλοσοφικές σπουδές έχασαν, εν πολλοίς, τον χαρακτήρα τους σαν θανάσιμου κινδύνου για την πίστη.

Πολυάριθμοι, εξ άλλου, στις μέρες μας είναι οι επιστήμονες εκείνοι και οι διάσημοι φιλόσοφοι που ομολογούν αυθόρμητα και από μόνοι τους τη θρησκευτική πίστη.

Εν τούτοις, ο κυρίως ορθολογιστικός αθεϊσμός δεν έχει εξαφανισθεί ολότελα απ΄ τη σκηνή της σύγχρονης σκέψης. Πάντα έχει οπαδούς και μέσα στην πνευματική ζωή αυτής της εποχής παίζει ένα ρόλο που δεν μας επιτρέπεται ούτε να υποτιμήσουμε, ούτε και να αγνοήσουμε.

Πάντως, οι άθεοι ορθολογιστές, με σχεδόν σπάνιες εξαιρέσεις, αποδείχνονται σήμερα πολύ λιγότερο δογματικοί και επομένως πιο λίγο σίγουροι για τους εαυτούς τους παρά παλαιότερον. Σπανίζουν δε και όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η ανθρωπότητα θα μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένη αλλά και ελεύθερη βάσει μόνο των νόμων του λογικού. Οι περισσότεροί τους, εξ άλλου, είναι μάλλον αγνωστικιστές παρά άθεοι. Δεν βεβαιώνουν δηλαδή την ανυπαρξίαν του Θεού και κάθε υπερφυσικής τάξης, αλλά περιορίζονται να κάνουν απλώς την παρατήρηση ότι πουθενά δεν βλέπουν καμιά επιστημονική απόδειξη για το Θεό.

΄Ετσι σαν οι εξοχότεροι εκπρόσωποι αυτής της ορθολογιστικής πνευματικότητας λόγου χάριν στη σύγχρονη Γαλλία πρόβαλαν ο συγγραφέας Jean Guéhenno και ο βιολόγος Jean Rostand. Στο πρόσωπο κυρίως του τελευταίου αυτού πολλοί νέοι διανοούμενοι βρήκαν το πρότυπο και ίνδαλμά τους. ΄Ομως, έχει ιδιαίτερη σημασία το ότι ο ίδιος αυτός, ο κυριότερος δηλαδή δάσκαλος της ορθολογιστικής πνευματικότητας, ομολογεί ότι οι δικές του πεποιθήσεις δεν αποτελούν στην ουσία τους παρά άλλες μορφές «πίστης». Στο βιβλίο του δε με τίτλο : «Αυτό που πιστεύω», γράφει : «Ομολογώ ότι αναφορικά με κάποιες απ΄ τις γνώμες μου, δοκίμασα αμηχανία να τις δικαιολογήσω λογικά, και μάλιστα αυτές, στις οποίες είμαι περισσότερο προσκολλημένος και ιδιαίτερα βασισμένος». Γράφει επίσης : «Μέσα στα εσώψυχα και ενδόμυχά μου δεν δέχομαι ότι και όσοι πιστεύουν διαφορετικά από μένα έχουν λιγότερο ορθή κρίση και δεν λησμονώ πόσο εύθραυστες είναι γενικά οι γνώμες μας σαν ανθρώπων και πόση σχετικότητα τις χαρακτηρίζει». Αυτή η γλώσσα, που τη διακρίνει ταπείνωση, μετριοπάθεια όσο και σχετικότητα φαίνεται, αλήθεια, τόσο διαφορετική απ΄ εκείνη, που χρησιμοποιούσαν οι δάσκαλοι του αθεϊστικού ορθολογισμού άλλοτε, όπως π.χ. ο Renan, o Taine ή και ο Alain. Μπορεί δε αυτή ορθά και ακριβοδίκαια να θεωρηθεί χαρακτηριστική της νοοτροπίας των επιστημόνων της εποχής μας.

          Ο Jean Rostand, επίσης, κάθε άλλο παρά πιστεύει ότι ο ορθολογιστικός αγνωστικισμός, που κατ΄ αυτόν είναι η μόνη νόμιμη επιστημονικά στάση απέναντι στο θρησκευτικό πρόβλημα, διαλύει την ηθική ή δίνει έδαφος για απελπισία ή και για αναρχία. Ο ίδιος δε, απ΄ την άλλη, δεν συμμερίζεται καθόλου τη γνώμη των μαρξιστών και άλλων κοινωνιολόγων, σύμφωνα με την οποία η ηθική είναι λίγο πολύ μια αυθαίρετη δημιουργία της κοινωνίας, η οποία και νοιάζεται για την αυτοσυντήρησή της μέσω αυτής της ηθικής.

          Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η ηθική έχει πολύ βαθειές και μάλιστα βιολογικές ρίζες, σε μόνη δε την ίδια την πράξη της ζωής υπάρχει ό,τι απαιτείται για την υπέρβαση ακριβώς της εγωιστικής εκείνης φιλαυτίας απ΄ την οποίαν βασικά και υποφέρει η ανθρωπότητα, διαπιστωμένα πια.

          Ο Rostand, λοιπόν, είναι άθεος όχι γιατί τάχα απέδειξε την ανυπαρξία του Θεού, αλλά γιατί βλέπει ότι τίποτε στο επιστημονικό επίπεδο, το μόνο, κατ΄ εκείνον, έγκυρο και με αρμοδιότητα, δεν θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τη θρησκευτική διδασκαλία.

          Είναι, λοιπόν, αυτονόητο, τόσο γι΄ αυτόν όσο και για όσους μένουν πιστοί στον ορθολογισμό, ότι μόνη η επιστημονική γνώση είναι ικανή να προσεγγίσει την αλήθεια, κι όταν ακόμα δεν πρόκειται παρά για εκείνη την κλασματική αλήθεια που, ως γνωστόν, θηρεύει η επιστήμη γενικά.

 

  • Η αθεϊστική μαρξιστική πνευματικότητα :

          Η αντιπροσωπευτικότερη όμως απ΄ όλες τις μορφές αθεϊστικής πνευματικότητας της εποχής μας είναι αναμφισβήτητα ο μαρξιστικός κομμουνισμός. ΄Εχει δε αυτός τα δόγματά του, τη δική του ηθική, τη λειτουργία του και εφοδιάσθηκε με τέτοια διοργάνωση, που πολλοί αρέσκονται να υπογραμμίζουν τις ομοιότητές της μ΄ εκείνην της καθολικής Εκκλησίας : με ιεραποστολική δηλαδή προπαγάνδα, με ιερά εξέταση, με συνόδους, με πίνακα απαγορευμένων βιβλίων, κ.λπ.

          Η δε ψυχολογική ανάλυση πούγινε στον ίδιο τον Karl Marx και τους κύριους μαρξιστές δεν αφήνει καμία αμφιβολία πια για την καθαρά συναισθηματική υφή του αθεϊσμού τους. Σε αντίθεση δηλαδή μ΄ ό,τι πολλοί οπαδοί τους πιστεύουν, η συνεισφορά εκ μέρους του ίδιου του μαρξισμού στην ορθολογιστική κριτική της θρησκείας έχει πολύ λίγη σημασία, σπουδαιότητα και βαρύτητα. Κι αυτό διότι ο  μαρξισμός συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε ουσιαστικά την εφαρμογή στο θρησκευτικό τομέα της εξελικτικής εκείνης θεωρίας της αλλοτρίωσης, που είχε ήδη διατυπώσει ο Feuerbach.

          Ετσι, λοιπόν, στα πρώτα του γραπτά, ο Karl Marx μιλάει βέβαια με ενθουσιασμό και σχεδόν με λυρικό θαυμασμό για εκείνον τον Προμηθέα της μυθολογίας, που, ως γνωστόν, προσδεμένος σ΄ ένα βράχο διεκήρυσσε την περιφρόνησή του στους τιμωρούς του θεούς. Ο Marx δηλαδή βλέπει εδώ το σύμβολο εκείνου του ανθρώπου, που θέλει να πραγματώσει τον εαυτό του και που απευθύνει πρόκληση στους θεούς, οι οποίοι φαίνονταν να θέλουν να υποκαταστήσουν τον άνθρωπο αδρανοποιώντας και εκμηδενίζοντάς τον έτσι.

          «Προτιμώ νάμαι προσδεμένος σ΄ αυτό το βράχο, κραυγάζει ο Προμηθέας, παρά να είμαι ο υπηρέτης του Δία πατέρα!». Επομένως, λοιπόν, αφ΄ ότου οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν πλήρως την ατομικότητά τους, οφείλουν να θέλουν να θραύσουν όλες τις αλυσίδες που δεσμεύουν την ελευθερία τους και μειώνουν την αξιοπρέπειά τους.

          Σιγά - σιγά πάντως ο μαρξιστικός αυτός αθεϊσμός προσλαμβάνει ένα χαρακτήρα ειδικότερα πολιτικό και θέλει παράλληλα και συγχρόνως τον εαυτό του αυστηρά «επιστημονικό».

          Αλλ΄ ακόμη κι όπως είναι σήμερα αυτός, αποδεικνύεται ότι συνεχίζει την προμηθεϊκή εκείνη εξέγερση και του νεαρού τότε μαθητή του Hegel, μια εξέγερση δηλαδή που ρίχνει τις ρίζες της βαθιά στον ασυνείδητο ψυχισμό αυτού του μαθητή, δηλαδή αυτού του ίδιου Marx, γυιού ενός φιλελεύθερου εβραίου της Ρηνανίας, πούγινε Χριστιανός περισσότερο από ιδιοτέλεια ελπίζοντας, με απατηλή ελπίδα, να ξεφύγει έτσι απ΄ τη μοίρα του σαν εβραίου.

Η κεντρική πάντως πρόταση του μαρξιστικού αθεϊσμού είναι και παραμένει η κατάλυση της θρησκευτικής αλλοτρίωσης.

          Πρόκειται συγκεκριμένα για ιδέα δανεισμένη απ΄ τον Feuerbach, αλλά που μέσα στη μαρξιστική πνευματικότητα κατέχει θέση άπειρα σπουδαιότερη παρά στις μάλλον αφηρημένες θεωρήσεις, που κάνει εκείνος, γνωστός σαν ο συγγραφέας της «Ουσίας του Χριστιανισμού». Ο μαρξισμός δηλαδή ακολουθώντας τον Feuerbach διδάσκει, ότι ο άνθρωπος δεν τολμά να ιδιοποιηθεί ακριβώς ό,τι το υψηλότερο υπάρχει μέσα στη δική του φύση. Το προβάλλει, λοιπόν, πάνω σε μια απατηλή πραγματικότητα, που την ονομάζει Θεό. Και αυτό δε που τελικά προέχει είναι να μάθουμε στους ανθρώπους να εκμεταλλεύονται αυτό το καλλίτερο μέρος του εαυτού τους, που το αλλοτριώνει ακριβώς η θρησκεία. Απ΄ τους κύριους δε, αν μη ο κυριώτερος, σκοπούς της κοινωνικής επανάστασης είναι, ακριβώς να επιτρέψει και διευκολύνει αυτή την ποθητή εκμετάλλευση απ΄ τον άνθρωπο της συνολικότητας της αληθινής ουσίας του.

          Η θρησκευτική δε αλλοτρίωση στον ορθόδοξο μαρξισμό παρουσιάζεται σαν η πηγή και η μήτρα όλων των άλλων αλλοτριώσεων - και έτσι φαίνεται αληθινό το ότι ο μαρξισμός είναι λιγότερο μια κοινωνική και οικονομική ιδεολογία παρά μια μεταφυσική.

          Ο Μαρξισμός, έπειτα, δεν αμφισβητεί ούτε και την σχετική τελειότητα ή και την ανωτερότητα του Χριστιανισμού σε σχέση δηλαδή με άλλες θρησκείες. Ακριβώς όμως : όσο πιο τέλειο συλλαμβάνει κανείς το Θεό, τόσο μεγαλύτερη θα προκύψει και η αντίστοιχη και συνοδευτική αλλοτρίωση που υφίσταται ο άνθρωπος. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι ο μαρξιστικός κομμουνισμός θεωρεί ότι πρέπει ο ίδιος να καταπολεμάει το Χριστιανισμό με πολύ μεγαλύτερη βία απ΄ ό,τι τις άλλες θρησκείες. Και ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο δείχνεται ακόμα πιο εχθρικός ειδικά κατ΄ εκείνου του Χριστιανισμού, που εξακολουθεί να μένει πιστός στη γνήσια ευαγγελική έμπνευση παρά εναντίον του άλλου, του συμβατικού ή συμβιβασμένου Χριστιανισμού που ασπάζονται δηλαδή οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι «νομιμόφρονες» στοχαστές του.

          Ο Feuerbach στο έργο του «Η ουσία του Χριστιανισμού» γράφει : «Αν η θειότητα της φύσης είναι το θεμέλιο όλων των θρησκειών, συμπεριλαμβανομένου του Χριστιανισμού, η θέωση όμως του ανθρώπου αποτελεί τον τελικό τους σκοπό. Η δε μεγάλη καμπή της ιστορίας θα είναι ακριβώς εκείνη η στιγμή, που ο άνθρωπος θα συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος Θεός του ανθρώπου, δηλαδή ο μόνος Θεός για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος : Homo homini Deus (= ο άνθρωπος προς τον συνάνθρωπόν του είναι Θεός). Βέβαια ένα τέτοιο λεκτικό μοιάζει να σοκάρει, να ηχεί παράταιρα, κακόφωνα και παράφωνα, αφού φαίνεται υπερβολικά θρησκευτικό για ένα μαρξιστικό αθεϊσμό, ο οποίος πάση θυσία θέλει να είναι και να παραμένει αμόλυντος από τον ρύπον της θρησκείας και με καθαρότητα υλιστική σαν δηλαδή παρθενικός υλισμός. Αλλά διαδηλώνοντας ο μαρξισμός μαζί με τον ίδιο τον Karl Marx, ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος που οφείλει να γίνει για τον άνθρωπο το ύψιστο ΄Ον, δίνει έτσι στον εαυτό του σαν επιδίωξή του την ίδια εκείνην του Feuerbach.

          Και επειδή για το Μαρξισμό η θρησκεία αποτελεί την αιτία αλλά και το αποτέλεσμα της πολιτικής και οικονομικής αλλοτρίωσης, ο επαναστατικός αγώνας πρέπει να διεξαχθεί ταυτόχρονα και στα δύο μέτωπα, δηλαδή το θρησκευτικό και το πολιτικο - οικονομικό.

          Για λόγους όμως τακτικής, μπορεί βέβαια κανείς να τονίσει άλλοτε την αντιθρησκευτική πάλη, και άλλοτε τον αντικαπιταλιστικόν αγώνα. Και μ΄ αυτή την ευκαιρία, θα είναι δυνατό στο Μαρξισμό, πάντα κατά περίπτωση, να συμμαχεί με τους «φιλελεύθερους αθέους» - εκ τούτου δε προέρχεται και η τακτική του «λαϊκού μετώπου».

          ΄Αλλοτε πάλιν θα κάνουν οι μαρξιστές έκκληση στις προοδευτικές χριστιανικές δυνάμεις, προκειμένου να καταπολεμήσουν εκείνο το μορμολύκειόν τους, δηλαδή τον καπιταλισμό : Εκ τούτου προκύπτει και η γνωστή πολιτική τους της «τεταμένης χειρός» προς τους πιστούς. Ποτέ όμως δεν ξεφεύγει απ΄ το οπτικό πεδίο του μαρξιστικού κομμουνισμού ότι εδώ πρόκειται για απλούς χειρισμούς και για τακτική και μόνο, που τους υπαγορεύει η μοναδική και πάντα ίδια στρατηγική του Μαρξισμού.

          ΄Ο,τι στην προσπάθειά του να καθορίσει τη δική του αντίληψη περί ανθρώπου και άρα τη δική του πνευματικότητα, επιρρίπτει ο Μαρξισμός στη θρησκεία και ιδιαίτερα στο Χριστιανισμό, είναι η υποτιθέμενη εχθρότητα, που ο τελευταίος αυτός τρέφει κατά της φύσης του ανθρώπου.

          Γράφει, λοιπόν, ο Μαρξ : «Ο Χριστιανισμός θέλησε να μας ελευθερώσει από την κυριαρχία της σάρκας και από τις επιθυμίες μας, για το μοναδικό λόγο ότι τις θεωρεί σαν πράγματα ξένα σε μας τους ίδιους. Θέλησε δηλαδή να μας απαλλάξει απ΄ τις απαιτήσεις της φύσης μας, γιατί πίστευε, ότι η φύση μας δεν μας ανήκει». Γράφει επίσης : «Ο αγώνας κατά της θρησκείας συνεπάγεται, κατά μια κάποια αντανάκλαση, εκείνον κατά ενός κόσμου, για τον οποίο η θρησκεία αποτελεί το πνευματικό άρωμα». Απ΄ αυτό έπεται ότι ούτε συμβιβασμός ούτε ανεκτικότητα επιτρέπονται στις σχέσεις Μαρξισμού - Χριστιανισμού. Τόσον ο Μαρξ όσον και ο μαθητής του Λένιν διακήρυξαν βέβαια, ότι η θρησκεία πρέπει να θεωρείται «ιδιωτική υπόθεση», αλλά πρόκειται σ΄ αυτήν την περίπτωση για διεκδίκηση πάντα και μόνο μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας, όπου στα χρόνια τους η θρησκεία απολάμβανε γενικά πολυάριθμα δημόσια προνόμια. ΄Ομως ούτε στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος, ούτε και στους κόλπους του κομμουνιστικού κράτους εθεωρείτο η θρησκεία ιδιωτική υπόθεση. Κι αυτό διότι πράγματι, ο Κομμουνισμός δεν είναι απλά μια νέα φιλοσοφία της γνώσης, αλλά αναλαμβάνει το έργο της ριζικής μεταμόρφωσης του κόσμου και του ανθρώπου.

          Δεν θα του ήταν, λοιπόν, δυνατόν, όπως σ΄ εκείνους τους αθεϊσμούς του 18ου αιώνα, να περιορισθεί στην απλή καταγγελία του μάταιου και απατηλού χαρακτήρα της θρησκείας.

          Η κριτική επί της θρησκείας πρέπει κατ΄ ανάγκην να γίνει και κριτική της κοινωνικής τάξης, που η θρησκεία της στα μάτια του Μαρξ θεωρείται το θεμέλιόν της κι αυτό γιατί μόνο μ΄ αυτή την προϋπόθεση μπορεί ο άνθρωπος να απαλλαγεί απ΄ τις αυταπάτες και να συμπεριφερθεί «σαν ώριμο και λογικό άτομο».

          Τόχουμε πει κι όλας : «Η από κοινού φιλοδοξία όλων των σύγχρονων μορφών αθεϊστικής πνευματικότητας είναι η ποθητή εκείνη, όσο και νοσταλγική εξύψωση του ανθρώπου, κάτι δηλαδή που την εμφάνισαν σαν να προϋποθέτει τη ρήξη όλων των δεσμών, που αυτός στη διάρκεια της μακράς εξελικτικής διαδικασίας είχε σφυρηλατήσει συγκεκριμένα με την υπερβατική θεότητα. Εξ  άλλου, ούτε οι μαρξιστές ούτε και οι οπαδοί πολλών άλλων μορφών άθεης πνευματικότητας αμφισβητούν ότι τόσον η θέληση για ελευθερία, όσον και η αξιοπρέπεια του μοντέρνου ανθρώπου σε σημαντικό μέρος της αποτελεί ομολογουμένως έργο του ίδιου του Χριστιανισμού».

          Αλλά, κατά τους ίδιους, ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε παρά μια μόνο «στιγμή» μέσα στο διαλεκτικό γίγνεσθαι της ανθρωπότητας. Σαν τέτοιος, δηλαδή, θεωρείται αυτός ότι κατά το παρελθόν προσέφερε μεν αυθεντικές υπηρεσίες. ΄Ομως και μόνον ο ισχυρισμός του ότι αποτελεί την απόλυτη και οριστική εκείνη αλήθεια, την προσαρμοσμένη δηλαδή σ΄ όλες τις εποχές και συνθήκες ύπαρξης, θεωρείται ότι αποτελεί εκείνη την κατασκευή απ΄ τον ίδιο το Χριστιανισμό μιας οπωσδήποτε συντηρητικής και αντιδραστικής δύναμης, προπαντός δηλαδή απ΄ τη στιγμή που οι πραγματικές συνθήκες ύπαρξης της ανθρωπότητας έχουν ήδη αλλάξει ριζικά.

          Βέβαια, ο Μαρξισμός κονταροκτυπιέται και με τους εφημέριους - υπερασπιστές των χρηματοκιβωτίων και με τους πάπες - όργανα του ιμπεριαλισμού, αλλά εδώ δεν πρόκειται παρά για προπαγάνδα, που στοχεύει στην άγρευση των αγραμμάτων και την απόσπασή τους απ΄ την επιρροή της θρησκείας. Στην πραγματικότητα, τη θρησκεία σαν τέτοια και μάλιστα καθαυτήν είναι που, και με τις αγνότερές της προθέσεις, μορφές και πραγματώσεις και προ παντός μάλιστα τότε ακριβώς είναι που τη θεωρεί ο Μαρξισμός σαν ολέθρια αλλοτρίωση της ανθρώπινης ουσίας.

          Συνέβη δε μάλιστα, βάζοντας αρκετό νερό στο κρασί τους, και το εξής φαινομενικά παράδοξο και οπωσδήποτε αντιφατικό αλλά διαφωτιστικό : να μιλούν δηλαδή οι επί κεφαλής του σοβιετικού κράτους - και με κάποιο θαυμασμό για τις πραγματώσεις ακόμη και του καπιταλισμού και αυτού του ίδιου του τσαρισμού. ΄Ετσι π.χ. ο ίδιος ο Στάλιν, στην τελευταία φάση της ζωής του ευχαρίστως θεώρησε τον Ιβάν τον Τρομερόν καθώς και το Μεγάλο Πέτρο σαν τους προδρόμους του αλλά και ο Μάο-τσε-τουγκ δεν πήγε πίσω σ΄ αυτήν την επίδοση, όταν εξήρε εκείνο το μεγαλείο του Τζέγκις Χαν. ΄Ολως διόλου όμως αντίθετα, όταν συγκεκριμένα πρόκειται για τη θρησκεία, τότε είναι που κάθε ηρεμία και γαληνότητα εξαφανίζεται απ΄ τον κομμουνιστή και ό,τι μιλάει μέσα του είναι μόνο μίσος και περιφρόνηση γι΄ αυτήν, κάτι που μαρτυρεί φανατισμόν και έλλειψη υπεύθυνης σχετικής πληροφόρησης. Κατά την κρίση μάλιστα του Λένιν, και αυτός ακόμη ο ίδιος ο Μαρξ, με το να ονομάζει τη θρησκεία απλά σαν όπιο για το λαό, της δείχνει έτσι ήδη, υπερβολική τιμή και αξία. Kατά τη γνώμη δηλαδή του Λένιν, ο Μαρξ βλέπει στη θρησκεία μόνο κάτι σαν «κακής ποιότητας βότκα», κάτι δηλαδή βλαβερό μεν, αλλ΄ υποφερτό, στο κάτω - κάτω της γραφής κάτι σαν αναγκαίο κακό και μόνο.

          Επομένως δεν νομίζουμε ότι κάνουμε λάθος εάν βεβαιώσουμε ότι ο Μαρξισμός είναι λιγότερο μια οικονομική ή πολιτική θεωρία παρά μια νέα αλλά και άθεη πίστη, η οποία, ως εκ τούτου, αδυνατεί να είναι ανεκτική έναντι οιασδήποτε άλλης μορφής αντίπαλης και ανταγωνιστικής πίστης. Κάτι, δηλαδή, σαν αθέμιτος ανταγωνισμός  στα πλαίσια της αγοράς.

Ωστόσον, ένας καλός μαρξιστής, αν και γεννημένος τον 20ο αιώνα, ψυχολογικά παραμένει άνθρωπος του 19ου αιώνα. Δηλαδή καχυποπτεύεται ό,τι είναι «συναίσθημα», γιατί αυτός θάθελε να ζήσει αποκλειστικά και μόνο σύμφωνα με το λογικό. Λίγο - πολύ ασύνειδα, έχει την τάση να εξορθολογικεύει κι ό,τι, τόσο στη ζωή του όσο και στις πράξεις του, πηγάζει αναντίρρητα απ΄ την πιο εξώφθαλμη, κτυπητή και χειροπιαστή συναισθημα-τικότητα. Ως προς τούτο, λοιπόν, μοιάζει αυτός καταπληκτικά μ΄ εκείνους τους Χριστιανούς που εδώ και ένα αιώνα, και αυτοί, απ΄ την πλευρά τους ισχυρίζονταν ότι η θρησκευτική πίστη αποτελούσε αποκλειστικό «ενέργημα του λογικού» και ευχαρίστως ειρωνεύονταν κι αυτοί εξ ίσου τον «ευσεβή εκείνο συναισθηματισμό» μιας μερίδας πιστών.

          Αλλά και η ίδια η γνωστή τυφλή υπακοή του στρατευμένου κομμουνιστή στα συνθήματα του κόμματος, μας δίνει λαβή να κάνουμε τη σκέψη για την περίφημη εκείνη διατύπωση : «Πιστεύω ακριβώς επειδή αυτό είναι παράλογο», που συνήθως την εκτοξεύουν κατά της θρησκείας. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί ο κομμουνιστής το βρίσκει φυσιολογικό όχι μόνο οι πράξεις αλλά και οι ενδότατες σκέψεις του να συμμορφώνονται χωρίς τον παραμικρό δισταγμό στην εκάστοτε τοποθέτηση ακόμη και παράλογη του κόμματος.

          Στις ξακουστές δε δίκες εκκαθάρισης, που για μια εποχή έκαναν θραύση σ΄ όλες τις κομμουνιστικές χώρες, δεν περιοριζόταν το δικαστήριο στην απαίτησή του να ομολογήσουν οι κατηγορούμενοι πράξεις ένοχες, αλλ΄ ώφειλαν εξίσου να εξομολογηθούν αυτοί και τις «εγκληματικές» τους σκέψεις.

          Και μέχρι μεν το 20ο Συνέδριο του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος, οι κομμουνιστές απ΄ ολόκληρο τον κόσμο χωρίς αναστολές ελάτρευσαν σαν επίγειο θεό τους «τον μεγαλοφυή πατέρα των λαών», προκειμένου, όμως στη συνέχεια, χωρίς και πολύ δισταγμό, να προσχωρήσουν (ίσως κάποιοι με κάποια κρυφή ανακούφιση), στη νέα όσο και γνωστή εκείνη ερμηνεία των πράξεων και κινήτρων του Στάλιν.

          Κοντολογής, στα μάτια του ψυχολόγου, ο κομμουνιστικός μαρξισμός εμφανίζεται, ανάμεσα στις μορφές άθεης πνευματικότητας της εποχής μας σαν αυτή που μοιάζει πιο πολύ σ΄ αυτές της ίδιας της θρησκευτικής πνευματικότητας. Και ναι μεν υπό φιλοσοφική έννοια, αυτή η μαρξιστική πνευματικότητα είναι οπωσδήποτε αθεϊστική, όμως ψυχολογικά βιώνεται απ΄ τους οπαδούς της ακριβώς σαν μια θρησκεία. ΄Ετσι, όσοι, ακολουθώντας τον Berdiaeff, τοποθετούν τον κομμουνισμό επί της ευθείας γραμμής των χριστιανικών αιρέσεων, κάθε άλλο παρά φαίνεται να έχουν άδικο.

Μορφές πνευματικότητας του Αθεϊσμού

(Μέρος Γ΄)

Η αθεϊστική υπαρξιστική πνευματικότητα

Ο Gerhart Szczesny, νεαρός γερμανός φιλόσοφος και ένθερμος οπαδός του ορθολογιστικού αθεϊσμού, δίνει σαν ορισμό στον Μαρξισμό, ότι αυτός αποτελεί «εκείνην ακριβώς την απελπισίαν του Χριστιανού, η οποία παραδόξως συνέβη και μετατράπηκε κάπως μαγικά σε φιλοσοφία».

΄Ετσι, τόσον ο Heidegger όσον και o Sartre καθώς και οι μιμητές και συνεχιστές τους πρέπει να θεωρηθούν ότι διέκοψαν μεν τη σχέση τους με τη χριστιανική μεταφυσική, αλλ΄ ότι έμειναν πιστοί στη μεταψυχολογία του Χριστιανισμού. Το αίσθημα δε αγωνίας και πλήρους αυτοεγκατάλειψης, που μέσα στον Υπαρξισμό παίζει ρόλο σχεδόν παρόμοιο μ΄ εκείνο που παίζει η πάλη των τάξεων στο Μαρξισμό, πρέπει να θεωρείται σαν η έκφραση εκείνου του φόβου, που δοκιμάζει ο Χριστιανός, ο οποίος σαν άτομο έχει εγκοσμιοποιηθεί, επειδή ακριβώς δεν μπορεί να σωθεί ποτέ απ΄ την υποκειμενικότητά του.

          Αυτή βέβαια θα ήταν η εναλλακτική τοποθέτηση ανάμεσα σ΄ ένα ηρωϊκό μηδενισμό, που κάνει αποδεκτό τον παραλογισμό της ανθρώπινης υπόστασης και σ΄ ένα συναισθηματικό θρησκευτικό θετικισμό, που απομακρύνεται απ΄ αυτόν.

          Ο μεγάλος όμως δάσκαλος του υπαρξιστικού αθεϊσμού, και ο οποίος απ΄ αυτή τη φιλοσοφία, που η χριστιανική της προέλευση είναι πράγματι αναμφισβήτητη, έκαμε μια ριζικά άθεη πνευματικότητα, είναι ο Martin Heidegger. Αλλ΄ ο Υπαρξισμός κυρίως στο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό έργο του μαθητή του Jean - Paul Sartre οφείλει το ότι γνώρισε ακόμη και στη Γερμανία, μεγάλη επιτυχία στο ευρύ κοινό.

          O Sartre επίσης είναι εκείνος που από μια επιθετική άρνηση του Θεού έφτιαξε την ίδια την ουσία της υπαρξιστικής πνευματικότητας.

          Ενέχει δε οπωσδήποτε ιδιαίτερην σημασίαν το ότι ο στοχαστής αυτός, του οποίου την μεγαλοψυχία αλλά και γενναιοψυχία επαινούν όσοι τον γνώρισαν, χάνει πάντως κάθε γαληνότητα και κάθε ικανότητα για επίδειξη έστω και της παραμικρής συμπάθειας, κατανόησης και ψυχραιμίας, μόλις αρχίσει να μιλάει για θέματα της θρησκείας.

          Γι΄ αυτόν, λοιπόν, η ανυπαρξία του Θεού είναι τόσο εναργής και προφανής, ώστε ο ίδιος δεν βλέπει καν τη χρησιμότητα εξέτασης ή και αναίρεσης των παραδοσιακών ή και μοντέρνων αποδείξεων της ύπαρξης εκείνου. Γι΄ αυτόν δηλαδή είναι αυτονόητο, και μ΄άλλα λόγια κάτι σαν αλήθεια οριστικά κατακτηθείσα, το ότι η φημιζομένη πραγματικότητα του Θεού δεν αποτελεί παρά απλή προβολή του ανθρώπινου ψυχισμού.

          Και το μόνο που υπολείπεται και που θα ώφειλε να εξηγήσει η φιλοσοφία είναι οι ειδικοί εκείνοι τρόποι καθώς και τα ψυχολογικά κίνητρα αυτής της προβολής.

          Πάντα κατά τον ίδιο, το πρόβλημα του Θεού δεν πηγάζει καθόλου ούτε απ΄ την επιστήμη ούτε απ΄ τη μεταφυσική, αλλ΄ ακριβώς απ΄ αυτήν την «υπαρξιακήν ψυχανάλυση», που ως γνωστόν προσπάθησε ο Sartre να επεξεργασθεί.

          Φιλοδοξία του δε, μεταξύ άλλων, είναι να αποδείξει κυρίως δια του μυθιστοριογραφικού και θεατρικού του έργου, ότι η περί Θεού υπόθεση κάθε άλλο παρά αναγκαία είναι για την κατανόηση και την πραγμάτωση της ανθρώπινης ύπαρξης, τόσον της ατομικής όσον και της συλλογικής. Κατά τη σκέψη δηλαδή του Sartre, είτε υπάρχει Θεός είτε όχι, αυτό δεν αλλάζει σε τίποτε την συγκεκριμένη υπόσταση του ανθρώπου.

Στο έργο του δε «Ο διάβολος και ο Θεούλης», καταφάσκει με ιδιαίτερη σαφήνεια την κατ΄ αυτόν αντινομία Θεός - ΄Ανθρωπος : «Αν δηλαδή υπάρχει Θεός, αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος είναι μηδέν : Και αν ο άνθρωπος υπάρχει... άρα...», κατά το συλλογισμό δηλαδή πάντα που κάνει μεταξύ άλλων και ο Goetz. Σαν τον κατ΄ εξοχήν δε εγγυητή της τάξης των κατεστημένων αξιών και της ορθολογικότητας, το Θεό, κατά τη σκέψη του Sartre, για ένα λόγο παραπάνω πρέπει να τον αρνούμεθα ακριβώς εν ονόματι της ελευθερίας του ανθρώπου.

          Αυτό δηλαδή σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι ελεύθερος, στην περίπτωση εκείνη που υπήρχε παγκόσμια τάξη και απόλυτες αξίες.

          Καταλαβαίνουμε λοιπόν, ότι ο Sartre, εξ αιτίας μιας τέτοιας αντίληψης για την ελευθερία, βρίσκεται σε αξεπέραστη αντίθεση όχι μόνο προς το Χριστιανισμό, αλλ΄ εξίσου και προς το μαρξισμό, ο οποίος ως γνωστό θέτει σαν αίτημα μια παγκόσμια τάξη και αξίες απόλυτες.

          Το δε υλικό σύμπαν, έπειτα, που ο Sartre το ονομάζει «καθ΄ αυτό», θεωρείται πάντως αιώνιο, αλλά και στερούμενο νοήματος όπως και δικαίωσης. Στο έργο του λοιπόν «Το Είναι και το Μηδέν», ο ίδιος γράφει, ότι το «καθ΄ αυτό ή το Είναι», ούτε απ΄ το Θεό έχει δημιουργηθεί,  ούτε και το ίδιο είναι αιτία του εαυτού του. Αυτό δηλαδή δεν αποτελεί παρά μια τέτοια ενδοκοσμικότητα, που όμως δεν πραγματώνει ούτε και τον εαυτό της, είναι δηλαδή μια κατάφαση που πάντως δεν μπορεί με κανένα τρόπο να βεβαιωθεί αλλά επίσης και μια δραστηριότητα που οπωσδήποτε αδυνατεί να δράσει. Αγνοούμε δε τα πάντα γύρω απ΄ αυτό το «καθαυτό». Μέσα λοιπόν, στην ήρεμη αυτή αδιαφάνειά του, αυτό στερείται και ό,τι είναι εξωτερικό και ό,τι αποτελεί το κάτωθέν του, είναι δε αυτό άσχετο προς τα πάντα, χαρακτηριζόμενο από πληρότητα, πυκνότητα και όντας συμπαγές. Αλλά εκτός απ΄ αυτό το αδιαφανές σύμπαν, υπάρχει επί πλέον, χωρίς να ξέρουμε ούτε το πώς ούτε και το γιατί, και η ανθρώπινη πραγματικότητα, που ο Sartre την ονομάζει το «δι΄ εαυτό».

          Σε αντίθεση τώρα με το «καθ΄ εαυτό», εκείνο το «δι΄ εαυτό» είναι απόλυτη ελευθερία και κρυστάλλινη διαφάνεια. Στον άνθρωπο όμως δεν υπάρχει καν το Είναι, δηλαδή το καθ΄ εαυτό. Κι αυτό γιατί ο άνθρωπος είναι καθαρή ΄Υπαρξη και δεν αποτελεί Είναι, δηλαδή αυτός συνιστά σχέτο "δι΄ εαυτό".

          Αντίθετα όμως και με την εξελιξιαρχική τοποθέτηση, η ελευθερία κατά τον υπαρξισμό δεν αποτελεί για τον άνθρωπο πολύτιμη κατάκτηση, αλλά οπωσδήποτε την ίδια την καταδίκη του. Ο άνθρωπος δηλαδή είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος, σαν ένα βότσαλο τυχαία ριγμένο στην απέραντη άμμο χωρίς σκοπό και νόημα. Η ελευθερία μας αποτελεί συνάμα και την σκλαβιά μας. Να, γιατί η συνείδησή μας μόνο δυστυχισμένη θα μπορούσε να είναι και δεν θα μπορούσε να υπάρχει καμιά δυνατότητα νίκης ακριβώς πάνω σ΄ αυτή τη δυστυχία.

          Σαν μηδέν και σαν κάτι το ψεύτικο και πλασματικό, ξέρει ο άνθρωπος ότι ως ελευθερία και συνείδηση είναι προορισμένος να εξαφανισθεί μια μέρα χωρίς να αφήσει καν ίχνη : ο θάνατος δηλαδή προβάλλει σαν το ανήκεστον και έσχατο κακό.

          ΄Ετσι ο Υπαρξισμός, που έχει για αντικείμενό του ακριβώς αυτή την εύθραυστη ανθρώπινη ύπαρξη, θα πρέπει να θεωρείται σαν η πειραματική εκείνη φιλοσοφία μιας ουσιαστικής ελλειπτικότητας. Η φιλοσοφία δε αυτή γενικά θεωρείται διαφανής, όπως ακριβώς το ίδιο το «δι΄ εαυτό», και η ίδια δεν θα μπορούσε επομένως να υποσχεθεί γι΄ αυτή την ελλειμματικότητα καμία ευτυχία, ούτε σ΄ αυτόν τον κόσμο αλλ΄ ούτε και σε κανένα υπερπέραν.

          Και παρά ταύτα, διαβεβαιώνει ο Sartre, ότι το «δι΄ εαυτό» τείνει ολόκληρο προς την κατάργηση της παραδοξότητας του πεπρωμένου του. ΄Ετσι, λοιπόν, όλη η ιστορία της ανθρωπότητας δεν φαίνεται να είναι παρά μια προσπάθεια διεκφυγής από τη σχετικότητα και ενδεχομενικότητά της. Κατά τον ίδιο δηλαδή, ο άνθρωπος ανέκαθεν είχε συλλάβει εκείνο το σχέδιο (που ο Sartre το ονομάζει θεμελιακό, με την έννοια ότι αυτό θα ήταν ο  κλήρος όλων των ανθρώπων και ότι απ΄ αυτό θα απέρρεαν όλα τα άλλα σχέδιά μας) να γίνει δηλαδή «καθ΄ εαυτό», μ΄ άλλα λόγια στέρεο και αιώνιο Είναι. Αλλ΄ ο άνθρωπος θα ήθελε βέβαια να γίνει ο ίδιος ένα τέτοιο σχέδιο, χωρίς όμως και να απαρνηθεί ούτε την ελευθερία του ούτε και τη διαφάνεια του «δι΄ εαυτό».

          Επομένως, διαπιστώνει ο Sartre, στο τέλος των αναλύσεών της μια σύνθεση του καθ΄ εαυτό και του δι΄ εαυτό είναι απραγματοποίητη τουλάχιστον στο επίπεδο του πραγματικού. Απ΄ αυτό βγαίνει σαν συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος συνεισφέρει στο θεμελιακό του σχέδιο μόνο μια φανταστική πραγματικότητα, και κατόπιν την προβάλλει έξω απ΄ τον εμπειρικό κόσμο και αυτήν είναι που την ονομάζει τελικά Θεόν. Αυτή δηλαδή είναι κοντολογής και η γενεαλογία του Θεού.

          Μπορεί λοιπόν να πει κανείς, - και αυτό είναι αδιάφορον - είτε ότι ο άνθρωπος αποτελεί «σχέδιο του εαυτού του», είτε ότι είναι «σχέδιο του ίδιου του Θεού». O Sartre, δηλαδή, σε μια νέα διατύπωση ιδιοποιείται την παλιά εκείνη θεωρία του Feuerbach : Ο Θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η προβολή της απραγματοποίητης φιλοδοξίας του ανθρώπου.

          Είναι βέβαια δυνατόν να εξεπλήσσετο ο Sartre από το ότι ο άνθρωπος, αυτό δηλαδή το μεγαλειώδες, διαφανές και ελεύθερο «δι΄ εαυτό», θα μπορούσε τυχόν να διαλέξει για δάσκαλο και να λατρεύσει εκείνον το Θεό, που ακριβώς ο ίδιος δημιούργησε στη φαντασία του.

          Κατά τη σκέψη δε του Sartre, όλα αυτά τελικά μπορούν και εξηγούνται, αν βέβαια θελήσει κανείς να αναγνωρίσει, ότι η επιλογή απ΄ τη μια και η ελευθερία απ΄ την άλλη που ενεργεί και ασκεί ο άνθρωπος είναι ένα και το αυτό πράγμα. Πώς, λοιπόν, να εκπλαγούμε απ΄ την οπωσδήποτε παράλογη εκείνη επιλογή του Είναι που το Μηδέν, δηλαδή ο άνθρωπος διενεργεί;

          ΄Εκαναν μάλιστα κάποιοι την παρατήρηση ότι, σε ορισμένα σημεία, ο Sartre ομιλεί την ίδια γλώσσα μ΄ εκείνην κάποιων μεγάλων θρησκευτικών μυστικιστών, που κι αυτοί απ΄ την πλευρά τους διαβεβαιώνουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά μηδέν. Εν τούτοις, η ομοιότητα σ΄ αυτές τις δυό περιπτώσεις δεν είναι παρά μόνο φαινομενική. Σύμφωνα τουλάχιστον με το χριστιανικό μυστικισμό, είναι βέβαια ο άνθρωπος μηδέν, αλλ΄ όπως τον χαρακτηρίζει ο Τauler, αποτελεί «ένα τέτοιο μηδενικό ικανό όμως για να δεχθεί το Θεό». Ο άνθρωπος περιμένει συγκεκριμένα το Θεό για να του συμπληρώσει ο τελευταίος το κενό του. Το σαρτρικό «δι΄ εαυτό», αντίθετα, είναι το ριζικό εκείνο μηδέν που τίποτε δεν μπορεί να το γεμίσει ή να το μεταμορφώσει. Τουλάχιστον δε στη Γαλλία, ο Sartre υπήρξε ο πρώτος άθεος φιλόσοφος με μεγάλη φήμη, που όχι μόνο δεν εξυψώνει τον άνθρωπο αλλά τον κατεβάζει χαμηλά μέχρι που και τον εκμηδενίζει.

          Ο ίδιος θεωρεί ότι βρίσκεται πάντα μέσα στα όρια του μέτρου εκείνη η φιλοδοξία, που ο μαρξισμός και οι άλλες άθεες πνευματικότητες αποδίδουν και συνεισφέρουν στον άνθρωπο, να εκμεταλλευθεί δηλαδή προς όφελός του όλες τις ιδιότητες, απ΄ τις οποίες ο ίδιος απογύμνωσε τον εαυτό του προς όφελος του Θεού. Αλλ΄ ο Sartre διαπιστώνει ότι εν προκειμένω πρόκειται για απραγματοποίητη φιλοδοξία. Ο άνθρωπος δηλαδή στην ουσία αδυνατεί να γίνει Θεός, εκτός αν η συνείδηση και η ελευθερία του έπαυαν να είναι πλασματικές, αν δηλαδή αυτές μπορούσαν να γίνουν αιώνιες. Απ΄ αυτή δε την αδυνατότητα προκύπτει, ότι η δυστυχία της ανθρώπινης υπόστασης είναι και παραμένει χωρίς αντίδοτο. Οι θεωρητικές ωστόσον τοποθετήσεις του Sartre πάνω στο «καθ΄ εαυτό» και το «δι΄ εαυτό», δηλαδή στην προβολή της απραγματοποίητης φιλοδοξίας του «δι΄ εαυτό» να γίνει «καθ΄ εαυτό», παραμένοντας όμως πάντα «δι΄ εαυτό», καθώς και οι θεωρίες του για εκείνη την πλασματικότητα και τον εκμηδενισμό, παραμένουν βέβαια άβατες, απρόσιτες, και απροσπέλαστες στη μεγάλη πλειονοψηφία όσων διακηρύσσουν ότι συμμερίζονται τον υπαρξιστικό αθεϊσμό.

          Αλλ΄ ο  Sartre, ως γνωστόν, αρνιόνταν να είναι ένας ακαδημαϊκός φιλόσοφος αποκλειστικά, και πίστευε ότι είναι επιφορτισμένος με μια αποστολή ανάμεσα στις μάζες. Και για να διαδώσει τις ιδέες του στο ευρύ κοινό ο φιλόσοφός μας μεταβάλλεται σε δραματουργό και μυθιστοριογράφο.

          ΄Ομως θάταν λάθος να θεωρήσουμε τον Sartre σαν τον επινοητή αυτής της μεθόδου διάδοσης του αθεϊσμού. Και δυνατόν, βέβαια, η μελέτη των έργων του Sartre να πέτυχε να προκάλεσε την απώλεια της πίστης και να μετέστρεψε κάποιους στον υπαρξισμό. Στην πραγματικότητα όμως για τη μέγιστη πλειονοψηφία των οπαδών αυτού του είδους υπαρξισμού, ο Sartre ήταν μάλλον ο σημαιοφόρος και κήρυκας παρά ο δημιουργός του.

          Ο ίδιος, εξ άλλου, κατηγορεί συγκεκριμένα τους περισσότερους ανθρώπους ότι είναι υπερβολικά χαλαροί στο να δεχθούν να βιώνουν «την ελευθερία τους σαν μια ελευθερία για το τίποτα, χωρίς δηλαδή ανταποδοτικότητα και αντίκρυσμα». Κι αυτό γιατί πολύ ευχαρίστως θάσαν αυτοί έτοιμοι να επιτρέψουν στον εαυτό τους να πεισθεί ότι, παρά ταύτα, η ζωή έχει και νόημα και σημασία, καθώς και ότι εκπληρώνουν στο κάτω - κάτω της γραφής και οι ίδιοι κάτι τι πάνω σ΄ αυτή τη γη. ΄Ετσι, π.χ. ο ένας θέτει σαν σκοπό του να γίνει σπουδαίος άνθρωπος, ο άλλος να γίνει καλός, ενώ ένας τρίτος επιδιώκει την ευτυχία.

          Επομένως, όλα αυτά τα ανθρώπινα σχέδια, θεωρούνται κάτι σαν το καμουφλάρισμα εκείνου του παράλογου θεμελιακού σχεδίου που κάνει δηλαδή το «δι΄ εαυτό» για να γίνει «καθ΄ εαυτό», χωρίς και να παύσει να είναι και να παραμένει «δι΄ εαυτό».

          Επίσης ο Sartre, φρονεί, εξ άλλου, ότι η κύρια αιτία των διαφόρων μορφών δυστυχίας μας όσον και απογοήτευσής μας μέσα στη ζωή είναι εκείνο το ολέθριο «πνεύμα σοβαρότητας», που είναι Χριστιανικής προέλευσης. Αντίθετα δηλαδή εν προκειμένω με το Nietzsche, ο οποίος κατηγορούσε το Χριστιανισμό ότι ακριβώς με τις υποσχέσεις του για ευτυχία και για ουράνιες παρηγοριές, στερεί την ανθρώπινη ύπαρξη από τον πραγματικό χαρακτήρα της, δηλαδή αυτόν της σοβαρότητας και τραγικότητας, ο Sartre επιτίθεται κατά του ίδιου του Χριστιανισμού, αιτιώμενος αυτόν και επιρρίπτοντάς του την μομφήν ότι κάνει τους ανθρώπους να παίρνουν τη ζωή πολύ στα σοβαρά, αν μήτι άλλο και μόνο με το ότι ο Χριστιανισμός της αποδίδει ένα νόημα και μια σημασία. Και εφόσον ο άνθρωπος απ΄ τη φύση του είναι μηδέν, τί άλλο εκτός από αυτό το μηδέν θα μπορούσε αυτός να εκτελέσει και πραγματώσει; Αλλά και πώς οι προσπάθειές του θα μπορούσαν να καταλήξουν σε κάτι άλλο εκτός αυτού του μηδενός; Σημειωτέον δε ότι η απώλεια αυτού του πνεύματος σοβαρότητας είναι μια από τις πιο θεμελιακές και επείγουσες προσπάθειες, που η υπαρξιστική ηθική θέτει σαν σκοπό της.

Μορφές αθεϊστικής πνευματικότητας

Αξιολογική αθεϊστική πνευματικότητα

(Μέρος Δ΄)

Για πολύ καιρό, οι πιστοί ήθελαν να βρουν μια εξήγηση για την παρατηρούμενη όσον και διαδεδομένη απιστία, και σαν τέτοια ανέφεραν την αδυναμία και τη χαλαρότητα των θρησκευομένων, τους οποίους θεωρούσαν και ανίκανους να αντιμετωπίσουν όσες απαιτήσεις προέβαλλε η ίδια χριστιανική τους ηθική.

          Ετσι, το να μπορούσε κανείς να αρνηθεί την πίστη και προπαντός τη χριστιανική, με την αιτιολογία ότι αυτή δεν έχει και πολλές απαιτήσεις από τους ανθρώπους και ότι τάχα δεν τους προτείνει ένα αρκετά υψηλό ιδανικό, κάτι τέτοιο ηχεί ακόμη και σήμερα στ΄ αυτιά της πλειονότητας των Χριστιανών σαν κάτι το αυτόχρημα σκανδαλώδες.

          Αποτελεί όμως γεγονός ότι σχετικά πολυάριθμοι, ανάμεσα στις σημερινές ελίτ, είναι και όσοι αρνούνται τη χριστιανική, αλλά και κάθε θρησκευτική πίστη ακριβώς επειδή δεν τη βρίσκουν αρκετά όμορφη, διότι δηλαδή το ιδανικό της δεν τους ικανοποιεί και επειδή οι αξιώσεις της δεν τους φαίνονται να βρίσκονται «στο ύψος εκείνο των περιστάσεων» καθώς και στα δικά τους αξιολογικά κριτήρια και μέτρα.

          Αλλά απ΄ την άλλη, και όσοι άθεοι απορρίπτουν το Χριστιανισμό εν ονόματι ακριβώς των αξιών κάθε άλλο παρά συμφωνούν και μεταξύ τους. ΄Αλλοι δηλαδή απ΄ αυτούς του προσάπτουν ότι είναι ιδιαίτερα τυραννικός και πολύ αυταρχικός, ή ότι δείχνει ελάχιστο σεβασμό στην πνευματική αυτονομία του ατόμου, ενώ άλλοι, ακολουθώντας το Nietzsche, αιτιώνται τώρα και αυτοί το Χριστιανισμό για το αντίθετο, δηλαδή για την ίδια τη δημοκρατική του πνοή και μάλιστα τον καθιστούν υπεύθυνο για κείνο τον γνωστό πια «εξισωτισμό που ξεκινά δηλαδή απ΄ τα κάτω στρώματα προς τα άνω» και ο οποίος, κατ΄ αυτούς, χαρακτηρίζει το σύγχρονο κόσμο. Και στις δυό αυτές παρατάξεις οι τυχόν ανεπάρκειες και ατέλειες των πιστών είναι που χρησιμεύουν σαν το κύριο επιχείρημα κατά του Χριστιανισμού.

          Κατά τη γνώμη πάντως του απλού και κοινού ανθρώπου, υφίσταται βέβαια αντίθεση ανάμεσα σ΄ ένα Θεό, που του τον παρουσιάζουν σαν τέλειο, παντοδύναμο και άπειρα αγαθό, απ΄ τη μια, κι απ΄ την άλλη στις αναμφισβήτητες ατέλειες και τα διαπιστούμενα βάσανα του κόσμου. Κι εδώ επίσης τίθεται υπό αμφισβήτηση ο Χριστιανισμός σαν αξία.

          Θα ήταν οπωσδήποτε οχληρή και φορτική μια τυχόν απαρίθμηση εκείνων των άλλωστε πολυάριθμων στοχαστών και συγγραφέων, όσοι δηλαδή διαδίδουν τον αθεϊσμό τους ακριβώς εν ονόματι των αξιών, και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι περισσότεροί τους το μόνο που κάνουν είναι να επαναλαμβάνουν οι μεν τους δε, αλλά και επειδή απέχουν πολύ απ΄ το να ασκούν όλοι τους την ίδια επιρροή πάνω στους συγχρόνους μας. ΄Ετσι, επιλεκτικά και μόνον, τρία πρόσωπα περισσότερο από άλλους θεωρήσαμε ότι μπορούν να προτιμηθούν αντιπροσωπευτικά σαν οι πνευματικοί καθοδηγητές σ΄ αυτό το είδος του αθεϊσμού : Ο Friedrich Nietzsche, o Albert Camus και ο André Malraux.

Και ο μεν Nietzsche χωρίς αμφιβολία υπήρξε, μετά τον Ιουλιανό τον Αποστάτη, ο εμπαθέστερος εχθρός του Χριστιανισμού.

          Κατά κυριολεξία δε, εξ άλλου, δεν ήταν ένας καθαυτό άθεος και ειδικά στο ψυχολογικό μάλιστα επίπεδο, υπήρξε συγκεκριμένα μυστικιστής. ΄Ομως αν κάτι αυτός μισούσε ήταν ο Χριστιανισμός. ΄Εγραφε, λοιπόν, τα εξής : «Αν κάποιος σήμερα μου φανεί ότι τηρεί έναντι του Χριστιανισμού στάση αμφιταλαντευόμενη, σ΄ αυτόν θα αρνηθώ να επιδείξω και το παραμικρό ίχνος εμπιστοσύνης μου. Γιατί για το ζήτημα του Χριστιανισμού δεν δικαιούται νάχει κανείς παρά μια και μόνη πρέπουσα στάση : αυτήν ενός απόλυτου «όχι», την απόλυτα δηλαδή αρνητική τοποθέτηση».

          Αλλ΄ επειδή η συντριπτική πλειονοψηφία όσων λίγο - πολύ ακολουθούν πιστά το Nietzsche στην κριτική του κατά του Χριστιανισμού είναι ανίκανοι να συμμερισθούν και τον ενθουσιασμό του φιλοσόφου μας για κείνον τον περίφημο διονυσιακό του μυστικισμό, γι΄ αυτό το λόγο η νιτσεϊκής έμπνευσης πνευματικότητα κατάντησε  κατά μια παραδοξολογία και όλως ανακριβώς αθεϊστική.

          ΄Ετσι, αντίθετα με το Βολταίρο, ο οποίος θεωρούσε μεν λαθεμένο ή ψεύτικο το Χριστιανισμό, αλλά υπαρξιακά αποτελεσματικό, σε σημείο μάλιστα που να τον συσταίνει στο «λαό», όμως για το Nietzsche δεν έχει καμία σημασία αν αυτός είναι αληθής ή ψευδής. Κι αυτό γιατί για το Nietzsche η αλήθεια δεν έχει αξία παρά στο μέτρο που αποδείχνεται αποτελεσματική, για ορισμένο είδος αποτελεσματικότητας φυσικά. Και γι΄ αυτόν, βέβαια, θεωρείται δεδομένο ότι στα δόγματά του ο Χριστια-νισμός δεν αποτελεί παρά πυκνό δίκτυο και συνονθύλευμα ψευδολογημάτων.

          ΄Ετσι, δεν προσάπτει ο φιλόσοφός μας στο Χριστιανισμό γενικά ότι διαδίδει ψεύδη, αλλ΄ ειδικά και συγκεκριμένα ψεύδη, που όμως συμβαίνει και είναι ολέθρια. Είναι δε τέτοια, επειδή, κατά το Nietzsche, αυτά τείνουν να καταστρέψουν ό,τι αυτός ονομάζει «θέληση για δύναμη». Κι αυτό επειδή ο Χριστιανισμός διδάσκει τη διδασκαλία περί θείας Χάριτος, κάτι που κατά το Nietzsche συνεπάγεται ακριβώς κατάργηση της θέλησης για δύναμη, αφού δηλαδή η θέληση σβήνει και εκμηδενίζεται μπροστά στην αναπόδραστη θεία χάρη, κατά το Nietzsche.

΄Ετσι η ολοσχερής συντριβή της χριστιανικής πίστης προβάλλει στα μάτια του σαν εκείνη η κατεξοχήν ιστορικής σημασίας προσπάθεια της εποχής του, στην οποία όλοι οι λαοί της Ευρώπης θα ώφειλαν να συνεισφέρουν τη βοήθειά τους. Για να απαλλάξει δε αυτός τις συνειδήσεις των ανθρώπων απ΄ την φορτική και ενοχλητική παρουσία του Θεού, θα χρειαζόταν λιγότερο να ανασκευάσει και να καταρρίψει τις κατ΄ ισχυρισμόν αποδείξεις της υπάρξεως του Θεού, αλλά μάλλον να υποκαταστήσει τις χριστιανικές «δήθεν αξίες» με νέες, που αυτές οι τελευταίες καθόλου δεν θα εκχυδάϊζαν ούτε θα επροστύχευαν, αλλ΄ αντίθετα θα εξύψωναν τον άνθρωπο. Ο Nietzsche, μ΄άλλα λόγια, ούτε καν κατηγορεί το Χριστιανισμό, όπως δηλαδή κάνουν άλλοι, για εκείνες τις πυρές της Ιεράς Εξέτασης, τις σταυροφορίες, τις τρομακτικές ασκήσεις μετανοίας των ασκητών και τις εκστάσεις των μυστικιστών του. Κάτι τέτοια ο Nietzsche φαίνεται διατεθειμένος όχι απλά και μόνο να τα αποδεχθεί αλλ΄ ακόμη και να τα θαυμάσει. ΄Ομως το Χριστιανισμό τον απεχθάνεται ακριβώς εξαιτίας της ευκολοπρόσφερτης εκείνης παρηγοριάς, που αυτός δίνει, καθώς και των άκρως ικανοποιητικών εξηγήσεων, που αυτός διαθέτει για τις αθλιότητες και τα βάσανα της ζωής και μάλιστα συγκεκριμένα για το ότι ο Χριστιανισμός κατόρθωσε να μεταμορφώσει σε «πράο πρόβατο» ένα άνδρα του βεληνεκούς και διαμετρήματος του Pascal, για τον οποίον ο Nietzsche έτρεφε, ως γνωστόν, απεριόριστο θαυμασμό.

          Επομένως, ο Nietzsche προτίθεται να αντικαταστήσει το μυστικισμό και τη χριστιανική ηθική με άλλους μυστικισμούς τόσον απαιτητικότερους όσο και τραγικότερους.

          Κατά αρκετά δε παράδοξο αλλ΄ όχι και ανεξήγητο τρόπο, ο εθνικο-σοσιαλισμός του Χίτλερ ήταν που επέπρωτο να σπρώξει τη νιτσεϊκή πνευματικότητα ως τις ακραίες συνέπειές της.

          Κι όμως, ο ίδιος ο Nietzsche, κάθε άλλο παρά υπήρξε εθνικιστής ή και σοσιαλιστής.

          Θεωρητικοί του Ναζισμού όμως σαν τον Goebbel ή τον Rosenberg, συνετέλεσαν ώστε οι νέες γενιές αθέων να μη τολμούν πια καν να αναφερθούν σαφώς και ρητώς στη νιτσεϊκή πνευματικότητα μόνο και μόνο γιατί την οικειοποιήθηκε ο ναζισμός τρόπον τινά έτσι μολύνοντάς την. Παρά ταύτα, η τελευταία αυτή έμμεσα δεν παύει να ασκεί βαθιά την επιρροή της στον αιώνα μας, και είναι δυνατό να βρούμε παντού τα αποτυπώματα και ίχνη της σήμερα.

          Ο André Malraux, έπειτα, είναι ίσως αυτός που άσκησε τη βαθύτερη επίδραση πάνω στους καλλιεργημένους Γάλλους, όσοι γεννήθηκαν γύρω στο 1915. Πολύ δηλαδή πριν απ΄ τον Sartre και τον υπαρξισμό του, και σε μια εποχή που οι περισσότεροι θεωρητικοί εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν την πιο ανέμελη, ολύμπια και μακάρια αισιοδοξία, οι αναλύσεις του Malraux εξεδήλωναν την τάση να καταδείξουν ό,τι το τραγικά παράλογο είχε η ανθρώπινη υπόσταση. Ο στοχαστής δηλαδή, αυτός διαπίστωσε, βασισμένος συγκεκριμένα στην αποτυχία της τότε κομμουνιστικής εξέγερσης στην Κίνα, καθώς και στην ήττα των ρεπουμπλικανών κατά τον ισπανικόν εμφύλιον πόλεμο, ότι ορισμένως η ανθρώπινη δυστυχία δεν είναι δυνατό να γιατρευθεί ποτέ κι ότι δεν μπορεί να υπάρξει οιαδήποτε νίκη επί της εξευτελιστικής ταπείνωσης που υφίσταται ο άνθρωπος ή επί του θανάτου του, καθώς επίσης και ότι δεν υπάρχει αντίδοτο για μας, που τρόπον τινά είμαστε στοιχειωμένοι, απ΄ την ίδια την άγνοιά μας σχετικά τόσο με την καταγωγήν όσο και με το έσχατο πεπρωμένο μας.

          ΄Ετσι, η μεν ανθρώπινη ύπαρξη του φαίνεται σαν ένα μυστήριο, τέτοιο όμως που να μη υπάρχει καμιά περίπτωση διασάφησης και διαλεύκανσής του. Τη δε μοναδικά αληθινή χαρά και ελπίδα, οι οποίες και μας επιτρέπουν παρά ταύτα να ζούμε, τις βρίσκουμε μόνο μέσα στην εξέγερση, δηλαδή στην άρνησή μας να αποδεχθούμε την ίδια μας την υπόσταση.

          Ο Malraux μάλιστα, όχι μόνο δεν ευχαριστείται και δεν επιχαίρει, όπως ο Nietzsche για το θάνατο του Θεού, αλλά μάλλον κλίνει και να τον θρηνεί, διότι ακριβώς η χωρίς αναστρεψιμότητα εξαφάνιση της χριστιανικής τάξης πραγμάτων, άφησε στην καρδιά των ανθρώπων ένα τρομακτικό και αναναπλήρωτο κενό.

          Η νέα γενιά πάντως, αυτή δηλαδή που ενηλικιώθηκε απ΄ την πτώση του Χίτλερ και την καταστροφή της Χιροσίμα και μετά, λίγο διαβάζει τα μυθιστορήματα του André Malraux. Ο μηδενισμός του φαίνεται υπέρμετρα «ολύμπιος» στα μάτια των νεαρών αυτών, οι οποίοι γνωρίζουν μόνο τον τότε παρόντα κόσμο τους, που είναι όμως τόσο ξένος είτε σ΄ εκείνο το «Λυκόφως των θεών» ενός Νίτσε, είτε στο «Φάουστ» ενός Γκαίτε, μ΄ άλλα λόγια ξένος σε κάθε ηρωισμό, δηλαδή σ΄ οτιδήποτε θα μπορούσε να ονομασθεί μεγαλειώδες.

          Η ζωή, λοιπόν, τους φαίνεται μέτρια και μίζερη - χαμοζωή, αλλά κυρίως ακατανόητη και υποταγμένη σε μια τρομερή μοίρα. Οι ήρωες, βέβαια, στα μυθιστορήματα του Malraux, αν και γνωρίζουν ότι η εξέγερσή τους είναι χωρίς καμιά ελπίδα, παρά ταύτα βρίσκουν ένα νεύρο ζωής ακριβώς στους αγώνες καθαυτούς για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.

          Στο πρόσωπο του Albert Camus, τέλος, η καλλιεργημένη όσο και σκεπτικιστική εκείνη νεολαία, στην οποία οι αρνητικές τοποθετήσεις του Sartre φαίνονται άκρως επιδερμικές και επιφανειακές και η οποία παρ΄ όλ΄ αυτά αισθάνεται ότι πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά την ύπαρξή μας, αναγνώρισε τον κατ΄ εξοχήν πνευματικό δάσκαλο και καθοδηγητή στη ζωή.

          Ωστόσο εκείνος ο πτωχός και φουκαράς του έργου του «Ο ξένος», που σκοτώνει χωρίς καν να ξέρει γιατί, εισπράττει μια θανατική καταδίκη, χωρίς ούτε οι δικαστές του να έχουν καταλάβει εις βάθος κάτι περισσότερο απ΄ ό,τι ο ίδιος για το έγκλημά του. Και στους νεαρούς που αναφέραμε, αυτός φαίνεται πολύ πιο «αληθινός» απ΄ ό,τι οι επαναστάτες εκείνοι του Malraux, που νύχτες ολόκληρες κάνουν ατελείωτες συζητήσεις γύρω απ΄ την τέχνη και το νόημα της ζωής.

          Ο Camus, λοιπόν, δεν επιχειρεί την εξέγερσή του ούτε καν κατά του Θεού, απλούστατα επειδή στο παράλογο σύμπαν, που ο ίδιος μας παρουσιάζει, δεν υπάρχει καμιά θέση και για κανένα Θεό. Θεωρεί λοιπόν το σύμπαν, στην καθαρή και ολοκληρωτική του ενδοκοσμικότητα και εξεγείρεται ακριβώς κατά της υποστάσεως που μέσα σ΄ αυτό το σύμπαν αποδίδεται στον άνθρωπο.

          Βέβαια, αν ο Camus πίστευε σε θεό, τότε και η εξέγερσή του θα ήταν προφανώς εκρηκτικότερη, σφοδρότερη και ορμητικότερη. ΄Οπως δηλαδή συμβαίνει με κάποιους ήρωες του Ντοστογιέφσκυ, κι αυτός θα εξεγείρετο, σε τέτοια περίπτωση, κατά του ίδιου του Θεού, τον οποίον και θα θεωρούσε υπεύθυνο για την ανίατη παραδοξότητα της ανθρώπινης υπόστασης μέσα στον κόσμο.

          Και το οδυνηρότερο και φρικτά απογοητευτικό για τον Camus ήταν το γεγονός ότι έβλεπε τον εαυτό του υποχρεωμένο να αναγνωρίσει και διαπιστώσει ότι όσοι εν ονόματι του ανθρώπου εξεγέρθηκαν κατά του Θεού, δεν άργησαν να αναδειχθούν οι ίδιοι σε νέους τυράννους, ακόμη πιο αμείλικτους, αδυσώπητους,  ανελέητους και άρα ακόμη πιο «ειδεχθείς» κι από τον ίδιον εκείνο Γιαχβέ της Παλαιάς Διαθήκης.

          Ως εκ τούτου, η υπόσταση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο αποβαίνει ακόμη πιο παράλογη και πιο ανυπόφορη. Και οι μόνες θετικές αξίες της πνευματικότητας του Camus είναι εκείνη η διανθρώπινη αλληλεγγύη, η ευσπλαχνία, η φιλία και φυσικά επίσης η εξέγερση κατά της παράλογης ύπαρξης.

          Ο Camus μέσα στην εξέγερση κάθε άλλο παρά αναζητεί, όπως ο Malraux, την έξαρση και την υπέρβαση. Απλούστατα στοχεύει και θηρεύει την κατάφαση και την επιβεβαίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του.

 

 

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com

3  ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  2011 

Share on Facebook


Όσοι έχουν διαβάσει το συγκεκριμένο άρθρο συνήθως διαβάζουν επίσης τα παρακάτω:

  
English


 
ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΕΙΣ, ΝΕΟΕΠΟΧΙΤΙΚΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΕΚΤΕΣ ΕΝ ΖΑΚΥΝΘΩ:
Διάλεξη του Αρχιμανδρίτου ΔΑΝΙΗΛ ΜΠΙΑΖΗ – Ιεροκήρυκα Ι. Μητροπόλεως Ζακύνθου...
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ Μ’ ΕΒΑΛΕ ΝΑ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ:
Οπαδός της Ινδουιστικής αιρέσεως «Τα παιδιά τού Κρίσνα» ήθελε να αποδείξει ότι μπορούσε να μετενσαρκωθεί...
ΑΓΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ "ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΩΕ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΙΒΩΤΟΥ" (Κεφάλαιον ΚΕ') :
Μήπως ὁ Κύριος διέταξε ὅτι πρέπει νὰ τρεφώμεθα μᾶλλον μὲ λαχανικὰ παρὰ μέ κρέας·
ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΦΩΣ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΟΥ ΤΑΦΟΥ:
Θεολογικές επισημάνσεις... Του Νικολάου Ζήση (Μοναχού Σεραφείμ)
ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΠΑΙΔΩΝ :
Εἰσήγησις Χρήστου Παπασωτηρίου, Δικηγόρου παρ᾽ Ἀρείῳ Πάγῳ, στήν ΗΜΕΡΙΔΑ:ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ
ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΜΑΣ ΣΧΟΛΕΣ - ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΩΝ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΝ:
Εἰσήγησις Πρωτ. Ιωάννη Φωτοπούλου Νομικοῦ - Θεολόγου στήν ΗΜΕΡΙΔΑ: ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ:
Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ ΤΥΦΛΟΥ, (Ιωάννου, κεφ. 9, 1-38) :
Είναι αλήθεια λοιπόν πως κάθε θαύμα που έκανε ο Ιησούς πρόσθετε και μια σταγόνα στο ποτήρι της αντιπάθειας των θρησκευτικών αρχών εναντίον Του...Μιχαήλ Χούλη
ΤΟ ΥΔΩΡ ΤΟ ΑΛΛΟΙΟΥΜΕΝΟΝ:
Ὅσοι ἀνήκουμε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τήν Ὀρθοδοξία, φέρουμε τεράστια εὐθύνη πρός τίς ἐπόμενες γενεές...Του Πρωτ. Νικολάου Μανώλη τοῦ γέροντος Ἀγάθωνος.
ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ «ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ» ΜΕΘΟΔΟΙ MIA ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ:
ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛ. ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΡΠΑΣΙΑΣ κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ;:
Αναρωτιέται κανείς, μήπως οι αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. είναι οι τελευταίοι Έλληνες ήρωες και πως δεν θα υπάρξουν άλλοι...Δρ. Χρήστος Μητσάκης
ΑΓΙΟΥ ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ "ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΩΕ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΙΒΩΤΟΥ" (Κεφάλαιον ΚΔ') :
Περὶ τοῦ θεόθεν παραχωρηθέντος εἰς τοὺς ἀνθρώπους προνομίου ἐπὶ τῶν ἄλλων ζώων, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὡς δῶρον ὁ Νῶε μετὰ τῶν δικῶν του.
Εγγραφή στην ομάδα ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ
Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο:
Επισκεφτείτε την παρούσα ομάδα
  Αρχική \ Θεματολογία \ ΚΟΙΝΩΝΙΑ & ΕΚΚΛΗΣΙΑ \ ΜΟΡΦΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΑΘΕΙΣΜΟΥ


active³ 4.8 · © 2000 - 2012 IPS Ltd · Όροι χρήσης