
Ἐπιλεγόμενα
Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Θωμᾶ Βαμβίνη:
«Σχόλια σέ μιά θεολογική τραγωδία.
Ἀπάντηση στόν π. Ἰωάννη Διώτη»
[11ο' ΜΕΡΟΣ]
Μελετώντας τό βιβλίο τοῦ π.Ἰ.Δ. γιά τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί τόν μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο, τέθηκε μπροστά μας τό ἀκόλουθο ἐρώτημα: Ἄν μιά Ἐκκλησία εἶχε τήν θεολογία, τήν ἐκκλησιολογία καί τήν πνευματική ζωή πού ἐκφράζει ὁ π.Ἰ.Δ. σέ ποιό δόγμα θά ἀνῆκε; Θά ἦταν Ὀρθόδοξη; Θά ἦταν ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία; Θά ἦταν αὐτή πού εἶναι «στῦλος καί ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»; Ἤ θά ἦταν κάποιο κακέκτυπο τοῦ Παπισμοῦ ἤ μιά παραφυάδα τοῦ Προτεσταντισμοῦ, πού κρατᾶ ὅμως τό ὄνομα, τά ἐξωτερικά στοιχεῖα καί τό τυπικό τῆς ὀρθόδοξης λατρείας;
Θεωροῦμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία πού «προκύπτει» ἀπό τήν κριτική τοῦ π.Ἰ.Δ. μοιάζει μέ ἕνα νέου τύπου Οὐνιτικό μόρφωμα, ἀφοῦ κάτω ἀπό τό ὀρθόδοξο σχῆμα κυριαρχεῖ ὁ δυτικός σχολαστικισμός –μᾶλλον ἕνας παρεφθαρμένος σχολαστικισμός– πού χωρίζει τήν θεολογία ἀπό τήν θεοπτική ἐμπειρία, τήν ποιμαντική τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ἐμπειρική θεολογία καί θεωρεῖ τήν Ἐκκλησία μᾶλλον σάν μιά ὀργάνωση, μέ κυριαρχοῦσα τήν νομική συγκρότηση καί ὄχι ὡς ἕνα Θεανθρώπινο Ὀργανισμό, μέ θεμέλιο τήν μυστηριακά μεταδιδομένη Ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ.
Ὅπως εἴδαμε ὁ π.Ἰ.Δ. δέν δέχεται ὅτι ἡ θεολογία εἶναι ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ὅτι εἶναι «θεωρία», δηλαδή θεοπτία. Ἔχει καθαρά σχολαστική ἀντίληψη γιά τήν θεολογία. Γι’ αὐτό ὀρθόδοξες ἀπόψεις, εἰλημμένες ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες, ὅπως ὅτι «ἡ Θεολογία εἶναι καρπός μιᾶς θεραπείας», ὅτι «ἡ Θεολογία πού δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καθάρσεως, δηλαδή τῆς πράξεως, εἶναι δαιμονική» καί τό ὅτι «τό χάρισμα τῆς θεολογίας εἶναι ἐνέργεια τοῦ Παρακλήτου, ἀλλά καί συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου», χαρακτηρίζονται ἀπό τόν π.Ἰ.Δ., ὅπως εἴδαμε, «κυκεώνας, τελεία σύγχυση καί συσκοτισμός». Δηλαδή, ἡ ἀντίθεσή του μέ τήν πατερική θεολογία –εὐχόμαστε ἀθέλητα– εἶναι ριζική καί κάθετη.
Ἐπίσης, ὁ π.Ἰ.Δ. εἴδαμε ὅτι δέν δέχεται τήν συσχέτιση θεολόγου καί πνευματικοῦ πατέρα, ἔχοντας στό νοῦ του τήν θεολογία ὡς στεγνή ἀκαδημαϊκή ἐπιστήμη καί τήν ποιμαντική κλεισμένη σέ ἠθικιστικά ἐπίπεδα σχήματα, ἀποκομμένη ἀπό τήν θεολογία. Δέν ἀναγνωρίζει «ἀνόδους» καί «καθόδους» στήν πνευματική πορεία τοῦ ἀνθρώπου, γι’ αὐτό πνευματικές ἐμπειρίες, ὅπως αὐτές πού μᾶς περιγράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, τίς χαρακτηρίζει «δαιμονοφαντάσματα».
Ἀκόμη, οἱ ἀντιλήψεις του γιά τήν Ἀρχιερωσύνη τόν ἀπομακρύνουν πολύ ἀπό τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία. Στούς Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους δέν βλέπει τήν Ἀρχιερωσύνη τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά μιά ἀνθρώπινη πνευματική ἐξουσία. Γι’ αὐτό ἀντιδρᾶ στήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος κάθε τόπου εἶναι «εἰς τύπον καί τόπον Χριστοῦ» καί ὄχι «ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ», ὅπως ὁ Πάπας. Ἀντιδρᾶ, δηλαδή, στό ὅτι κάθε Ἐπίσκοπος μέ τήν Ἀρχιερωσύνη του εἶναι τό μυστήριο τῆς αἰσθητῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στήν ἱστορική πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Δέν μπορεῖ νά δεχθῆ ὅτι ἡ ἀκώλυτη ἐνέργεια τοῦ μυστηρίου τῆς ἀρχιερωσύνης καθιστᾶ τούς φορεῖς του «ἀρχηγούς τῆς σωτηρίας» καί «κριτήρια τῆς ἀληθείας». Αὐτές οἱ ὀρθόδοξες ἐκκλησιολογικές ἀπόψεις, διατυπωμένες ἀπό τόν ἅγιο Συμεών ἐπίσκοπο Θεσσαλονίκης, ὄχι μόνο ἀπορρίπτονται ἀπό τόν π.Ἰ.Δ., ἀλλά ἀντιμετωπίζονται μέ σκωπτικό τρόπο, ἀνάρμοστο γιά ἕναν ὀρθόδοξο Ἱερέα.
Ἄν βρισκόμασταν στόν 14ο αἰώνα ὁ π.Ἰ.Δ. θά ἦταν μᾶλλον στόν κύκλο ἤ ἔστω στούς συμπαθοῦντες τόν μοναχό Βαρλαάμ, τόν ἀντίπαλο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Νά θυμίσουμε ὅτι ὁ Βαρλαάμ, ὁ αἴτιος τῆς «ἡσυχαστικῆς ἔριδος» μέ τά φραγκολατινικά θεμέλια τῆς θεολογίας του[1], ἐμφανίσθηκε στήν Θεσσαλονίκη καί τήν Κωνσταντινούπολη ὡς Ὀρθόδοξος μοναχός, διδάσκαλος τῆς φιλοσοφίας καί τῆς θεολογίας, ἀλλά ἀποδείχθηκε τελικά ὅτι ἦταν οὐνίτης. Τελείωσε μάλιστα τήν ζωή του στήν Ἰταλία ὡς Ἐπίσκοπος Ἱέρακος, χειροτονημένος ἀπό τόν Πάπα Κλήμεντα τόν Ε΄[2], πλήρως ἐνταγμένος στόν Παπισμό.
Τά βασικά σημεῖα τῆς λεγομένης «ἡσυχαστικῆς ἔριδος» φαίνονται στίς τρεῖς τριάδες τῶν λόγων τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, μέ τούς ὁποίους ἀπαντᾶ σέ ἀντίστοιχους λόγους τοῦ Βαρλαάμ. «Τά θέματα πού θίγονται» στίς τριάδες αὐτές τῶν λόγων «εἶναι τρία. Τό πρῶτο εἶναι ἡ σχέση τῶν δύο σοφιῶν, δηλαδή τῆς σοφίας κατά κόσμον καί τῆς σοφίας κατά Θεόν. Τό δεύτερον εἶναι τό θέμα τῆς νοερᾶς προσευχῆς, δηλαδή τῆς στροφῆς τοῦ νοῦ καί τῆς παρομονῆς του μέσα στήν καρδιά, καί τρίτον εἶναι τό περί τῆς θεωρίας τοῦ ἀκτίστου Φωτός»[3]. Καί στά τρία αὐτά θέματα οἱ ἀπόψεις τοῦ π.Ἰ.Δ. προσεγγίζουν περισσότερο στίς συνοδικά καταδικασμένες ἀπόψεις τῶν ἀντιησυχαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφορίστηκαν ἀπό τίς «Παλαμικές» συνόδους τοῦ 14ου αἰῶνος.
Συνοψίζουμε κάποια ἀκόμη συμπεράσματα πού βγάλαμε γιά τίς θεολογικές ἀντιλήψεις τοῦ π.Ἰ.Δ..
Ὁ Θεός εἶναι ἔξω ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ἐμφανής ἡ ἄγνοια ἤ ἡ ἀγνόηση γιά τό πῶς ἐνεργεῖ ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ παραθεωροῦνται οἱ μορφές τῆς προσευχῆς, τά στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί ἀρκεῖ γιά ὅλα ἡ παραδοχή τῆς «ὑφισταμένης ἀποκαλύψεως». Ὑπάρχει μιά ριζική ἀμφισβήτηση τῶν πνευματικῶν ἐμπειριῶν, τῶν ἀποκαλύψεων τοῦ Θεοῦ στούς ἐκλεκτούς Του. Τό πρωτεῖο δίνεται σέ κείμενα καί ἀγνοοῦνται ἤ καί ὑβρίζονται οἱ ζωντανοί ὀργανισμοί πού βιώνουν καί ἐπαναβεβαιώνουν τήν πείρα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Προφητῶν. Ὑφέρπει ὡς θεμέλιο στήν κριτική πού ἀσκεῖ ὁ π.Ἰ.Δ. ἡ ἄποψη ὅτι ὅ,τι ἔδωσε ὁ Θεός στούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους δέν εἶναι ἀνάγκη νά τό ξαναδώση σέ κανένα! Ὑπάρχει καταγεγραμμένο στήν Ἁγία Γραφή ἤ στούς Ὅρους τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων! Ὁπότε ἡ ζωή στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι μετοχή στήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, πορεία πρός τήν γνώση τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι κοινωνία καί ἕνωση μαζί Του. Εἶναι ἁπλῶς ἡ παραδοχή τῆς «ὑφισταμένης ἀποκαλύψεως». Ὁ Θεός ὅμως ἔτσι δέν μπορεῖ νά εἶναι «Θεός τῶν γνώσεων» γιά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἦταν μόνο γιά τούς Προφῆτες καί τούς Ἀποστόλους.
Ὅπως ἔγινε φανερό, τά θέματα πού θίγονται στό βιβλίο τοῦ π.Ἰ.Δ., πού κρίνονται ἀπό τόν ἴδιο καί σχολιάσαμε τήν κριτική τους ἐδῶ, ἀναφέρονται σέ βασικά θέματα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἀναφέρονται στήν Ὀρθόδοξη θεολογία, τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία, τήν Ὀρθόδοξη πνευματική ζωή. Καί στά τρία αὐτά θέματα ὁ π.Ἰ.Δ. μέσα ἀπό τήν κριτική του παρουσιάζεται μέ σημαντικό ἔλλειμμα.
Εἶναι ἐκπληκτικό πάντως μετά ἀπό ἑπτά αἰῶνες νά ἐντοπίζεται στόν Ὀρθόδοξο χῶρο ἡ διάσταση καί σύγκρουση μεταξύ σχολαστικισμοῦ καί ἡσυχασμοῦ, ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Βαρλαάμ, ἐνῶ μέ τίς Συνοδικές ἀποφάσεις τῶν «Παλαμικῶν», ὅπως ὀνομάζονται, Συνόδων τοῦ 14ου αἰῶνος, ὁ Βαρλαάμ καί οἱ ὁμοφρονές του καταδικάσθηκαν καί ἡ καταδίκη τους πέρασε στό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, γιά νά διαβάζεται ὡς ὁμολογία πίστεως ἀπό τό πλήρωμα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν κάθε Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.
Κλείνοντας θεωροῦμε ὅτι πρέπει νά ἐπισημανθοῦν δύο πράγματα ἀκόμη.
Πρῶτον, μέ τό βιβλίο του ὁ π.Ἰ.Δ. παίζει ἕναν φωτοσβεστικό ρόλο. Διαβάλλει στίς συνειδήσεις τῶν ἀναγνωστῶν του δύο πρόσωπα μέ πολύ σημαντικό ρόλο γιά τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας στίς μέρες μας.
Διαβάλλει τόν μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο, μιά ἀπό τίς μεγαλύτερες μορφές τοῦ ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ κατά τόν 20ό αἰώνα –στήν κυριολεξία ἕνα νέο φιλοκαλικό πατέρα– ὁ ὁποῖος μέ τό Μοναστήρι πού ἵδρυσε, μέ τήν πνευματική καθοδήγηση Μοναχῶν καί πολλῶν λαϊκῶν, καθώς καί μέ τίς συγγραφές του, ἄνοιξε τόν δρόμο πρός τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σέ πολλούς ἑτεροδόξους καί ἑτεροθρήσκους, ἀλλά ὑπέδειξε καί τήν ὁδό –τήν μυστική καί «τεθλιμμένη»– τῆς ἐν Χριστῷ τελειώσεως σέ ὅσους εἶχαν θερμότερο ζῆλο.
Διαβάλλει τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἱερόθεο ὁ ὁποῖος ἐκτός ἀπό τό σημαντικότατο ἐκκλησιαστικό καί ποιμαντικό ἔργο, μᾶς ἔχει δώσει ἕνα πολύ μεγάλο συγγραφικό ἔργο, τό ὁποῖο πέρα ἀπό τήν διεθνῆ ἀναγνώριση, διανοίγει τόν νοῦ τῶν μελετητῶν του στήν ὀρθόδοξη θεολογική θεώρηση τῶν πραγμάτων, στηρίζει στήν πίστη καί τρέφει πνευματικά «λαό πολύ», πού πεινᾶ καί διψᾶ γιά τόν «λόγον τῆς ἀληθείας».
Δεύτερον, μᾶς ἐκπλήσσει ἡ βεβαιότητα τοῦ π.Ἰ.Δ. γιά τίς ἀντιπαραδοσιακές–ἀντιπατερικές ἀπόψεις του, ἡ ὁποία βεβαιότητα τοῦ δίνει τήν τόλμη νά μιλᾶ μέ ὑβριστικό τρόπο γιά ὀρθόδοξες πατερικές ἀπόψεις τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί γιά πνευματικές ἐμπειρίες τοῦ Γέροντος Σωφρονίου, πού ἔχουν γίνει δεκτές ὡς γνήσιες ἀπό «ὁμότροπους» πρός αὐτόν σύγχρονους Γέροντες.
Τέτοιες βεβαιότητες, μέσα στήν ὀρθόδοξη θεώρηση τῶν πραγμάτων, σημαίνουν σκλήρυνση στήν πλάνη. Εἶναι καταστάσεις «παρ’ ἀνθρώποις ἀνίατες».
Αὐτή ἡ σκλήρυνση δίνει στόν π.Ἰ.Δ. τήν ἄνεση στά «ἐπιλεγόμενά» του νά παίζη μέ τίς λέξεις κάνοντας μεταξύ ἄλλων ἕνα κακότεχνο σχῆμα λόγου μέ παρηχητική ἐπανάληψη παραγώγων τῆς λέξης «θεολόγος», ἐπιδιώκοντας νά εὐτελίση θεμελιακές ὀρθόδοξες διδασκαλίες, ὡς «ἀθεολόγητες», χαρακτηρίζοντας, κατά τόν Προφήτη, «τό σκότος φῶς καί τό φῶς σκότος» (Ἠσ. 5, 20). Γράφει ἀποφθεγματικά στήν πρώτη παράγραφο τοῦ τηλεγραφικοῦ ἐπιλογικοῦ σημειώματός του, εὐτελίζοντας «παρηχητικῶς» τόν λόγο του:
«Θεολογικῶς ἀθεολόγητα τά ὅσα ὡς θεολόγος ἀθεολογήτως ἐθεολόγησεν ὁ θεολόγος Ἐπίσκοπος κ. Ἱερόθεος Βλάχος»[4].
Ἀγνοώντας τήν θυμηδία τοῦ ἀναγνώστου του γιά τήν κακότεχνη παρηχητική ἐπανάληψη παραγώγων τῆς λέξης «θεολόγος» –πού δείχνει εὐτραπελία καί ὄχι θεολογική καί κριτική σοβαρότητα– συνεχίζει στήν δεύτερη ἐπιλογική του παράγραφο μέ τήν ἀπαίτηση ἀπό τόν Μητροπολίτη Ναυπάκτου νά ἀποδοκιμάση τό φῶς τῶν ἀποστολικῶν καί πατερικῶν διδασκαλιῶν, πού μέ πιστότητα ἐξαγγέλλει στόν λαό, καί νά ἀποδεχθῆ προφανῶς τό «σκότος τοῦ ἐναντίου», δηλαδή «πνεύματα πλάνης καί διδασκαλίες δαιμονίων». Γράφει μέ ἱεροεξεταστικό ὕφος στόν λόγο του:
«Ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος ὑποχρεοῦται νά ἀποδοκιμάσῃ τάς πλάνας του καί νά ἀποσύρῃ τά κριθέντα ὡς ἄνω δύο κακόδοξα βιβλία του καί ἄλλα τινά ἐκ τῶν βιβλίων του εἰς τά ὁποῖα ὑπάρχουν δογματικαί καί ἄλλαι ἐκκλησιολογικαί παρεκκλίσεις»[5].
Τό ποιός εἶναι ἐμβαπτισμένος στήν κακοδοξία φάνηκε καθαρά στίς σελίδες πού προηγήθηκαν. Κανένας σοβαρός ἀναγνώστης, πού γνωρίζει στοιχειωδῶς τήν θεολογία καί τήν ἀσκητική τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, δέν μπορεῖ νά λάβη σοβαρά ὑπ’ ὄψη του τήν ἀτεκμηρίωτη προτροπή τοῦ π.Ἰ.Δ.. Ξαφνιάζεται βέβαια στό ἄκουσμά της, λόγῳ τῆς κραυγαλέας ἀσυμφωνίας της μέ τήν θεολογική καί ποιμαντική πραγματικότητα τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλά συνήθως τήν ἀφήνει ἀσχολίαστη, σεβόμενος τόν χρόνο του καί τήν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς του γιά στέρεο καί ἐμπνευσμένο λόγο, πού τόν βρίσκει σέ βιβλία σάν τοῦ Γέροντος Σωφρονίου καί τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου.
Ἔτσι ἀγνόησαν καί ἀπέρριψαν τό βιβλίο τοῦ π.Ἰ.Δ. καί οἱ καθηγητές τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς Θεολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν καί ἡ Πρυτανεία τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, πρός τούς ὁποίους ἀπευθύνει τήν τρίτη καί τελευταία παράγραφο τοῦ ἐπιλογικοῦ σημειώματός του, στήν ὁποία γράφει:
«Ἡ Θεολογική Σχολή καί ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, μετά τάς συγκλονιστικάς ἀποκαλύψεις τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Ναυπάκτου κ. Ἱεροθέου, νά ἀναβάλουν τήν ἀπονομήν εἰς αὐτόν τοῦ διπλώματος τοῦ ἐπιτίμου διδάκτορος, ἕως ὅτου ὁ Σεβασμιώτατος ἀποκηρύξη τάς θεολογικάς πλάνας του»[6].
Εἶναι «συγκλονιστικός» πάντως ὁ «συγκλονισμός» τοῦ π.Ἰ.Δ. ἀπό τίς «συγκλονιστικές ἀποκαλύψεις κακοδοξιῶν» πού ἔχει τήν ἐντύπωση ὅτι πραγματοποίησε, ξεφυλλίζοντας πρόχειρα βιβλία πολυδιαβασμένα, πολυσυζητημένα, μέ ἑκατοντάδες θετικές κριτικές, ἑλληνόγλωσσες καί ξενόγλωσσες.
«Συγκλονιστική» εἶναι καί ἡ ἄποψη τοῦ π.Ἰ.Δ. ὅτι ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου θά εἶναι ἄξιος τοῦ διδακτορικοῦ διπλώματος, μόνον ἄν ἀποκηρύξη τήν θεολογία τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία μέ πιστότητα διατυπώνει στά βιβλία του, καί δεχθῆ ὅλον τόν ὁρμαθό τῶν δικῶν του ἀπόψεων. Τήν στιγμή μάλιστα, πού ὅπως εἴδαμε, πολλές ἀπό τίς ἀπόψεις τοῦ π.Ἰ.Δ. χωρίζουν ὅποιον τίς δέχεται ἀπό τό ζωογόνο ρεῦμα τῆς ἀποστολικῆς καί πατερικῆς Παραδόσεως!
Ὁ π.Ἰ.Δ. δέν δέχεται τήν λεγόμενη «πνευματική Ἱερωσύνη». Συμπεριφέρεται ὅμως ὡς ἐπίσκοπος, χωρίς νά ἔχη λάβει τήν χειροτονία τοῦ Ἐπισκόπου. Ἀντιποιούμενος λοιπόν τήν ἐπισκοπική τελετουργία, στό τέλος τῶν ἀντιησυχαστικῶν σχολιασμῶν του γιά τήν ἀσυμβατότητα ἐσωτερικῆς προσευχῆς καί ποιμαντικῆς δράσης, ἐκφωνεῖ:
«“Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καί ἴδε καί ἐπίσκεψε” τόν δοῦλον σου Ἐπίσκοπον Ἱερόθεον καί “κατάρτισαι” αὐτόν (θεολογικῶς)»[7].
Ὁ π.Ἰ.Δ. ἐπιδεικνύοντας ἔλλειμμα θεολογικῆς καί τελετουργικῆς καταρτίσεως εὐτελίζει τήν κριτική του μέ τέτοιες διατυπώσεις.
Μᾶλλον, ὅμως, ὡς ξένος πρός τό πλήρωμα τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας πού ποιμαίνει ὁ Μητροπολίτης Ἱερόθεος, εἶναι παντελῶς ἄγευστος τοῦ θεολογικοῦ καταρτισμοῦ πού ἀπολαμβάνει τό ποίμνιο τοῦ Ἐπισκόπου. Εἶναι ἀμέτοχος καί τῆς χάριτος τῆς ἐπισκοπικῆς εὐχῆς πού σέ κάθε Θεία Λειτουργία ἀναπέμπεται γιά τόν καταρτισμό τῆς «ἀμπέλου» «ἥν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά» τοῦ Κυρίου.
Ἄν ὁ π.Ἰ.Δ. «εὐμοιροῦσε» αὐτῆς τῆς Χάριτος, εἴμαστε βέβαιοι ὅτι δέν θά ἐκτρεπόταν τῆς «ὁδοῦ», φθάνοντας στήν σύνθεση τῆς θεολογικῆς τραγωδίας του.
Μετά ἀπό ὅλα αὐτά, εἶναι φυσική ἡ ἁπλοϊκή ἀπορία μας: Ὁ γέροντας Κληρικός π.Ἰ.Δ. δέν φοβᾶται τόν σκανδαλισμό τῶν πιστῶν; Τό χειρότερο πάντως σκάνδαλο, ἀπό ὅσα ἡ ἀνεπάρκεια καί ἡ ἐμπάθεια τῶν ἀνθρώπων δημιουργεῖ, εἶναι γιά τούς ὀρθοδόξους πιστούς ἡ βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία ἀποδίδοντας ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στόν «Βεελζεβούλ», ὑποσκάπτει τά θεμέλια τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἀφοῦ πείθει τούς εὔπιστους ἤ τούς προκατειλημμένους ὅτι τό φῶς εἶναι σκότος καί τό σκότος φῶς.
Ἄν ὁ π.Ἰ.Δ. δέν ἔχη τόν φόβο τοῦ σκανδάλου, τουλάχιστον ὡς γέρων Χριστιανός δέν σκέφτεται τά μετά τόν θάνατο; Δέν δειλιάζει στήν σκέψη τοῦ μελλοντικοῦ δικαστηρίου καί στό ἐνδεχόμενο τῆς κολαστικῆς γι’ αὐτόν ἀποκαλύψεως, ὅτι οἱ ἐμπειρίες πού ἀποκαλεῖ «δαιμονοφαντάσματα» εἶναι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἐμπειρίες;
Εὐχή, πάντως, καί ἐλπίδα μας εἶναι ὁ π.Ἰ.Δ., ὅσα καταγράψαμε σχολιάζοντας τήν κριτική του, νά μήν τά δώση ὡς τροφή στόν «ἀμυνόμενο θυμό» του, ἀλλά νά τά προσλάβη μέ καλή καί ἀγαθή διάθεση, ὥστε νά τόν βοηθήσουν νά ἀπεμπλακῆ ἀπό τίς λανθασμένες ἀποτιμήσεις καί ἀπόψεις του καί νά ἀποκτήση μιά καθαρότερη θεωρία τῶν θεολογικῶν καί ποιμαντικῶν πραγμάτων, ὥστε νά μήν ἀπολέση τόν μισθό του, γιά τόν πράγματι μεγάλο κόπο πού κατέβαλε ἐκδίδοντας πατερικά ἔργα, ἰδιαίτερα τήν Πατρολογία τοῦ Migne, ἐμμένοντας στήν σκωπτική καί ἀπορριπτική στάση του ἀπέναντι σέ σημαντικές πατερικές διδασκαλίες.
[1]. Βλέπε τήν εἰσαγωγή τοῦ καθηγητοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη, στό: Ρωμαῖοι ἤ Ρωμηοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τόμος Ι, Ἐκδόσεις: Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1984.
[2]. Μοναχοῦ Θεοκλήτου Διονυσιάτου, Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ βίος καί ἡ θεολογία του, Ἅγιον Ὄρος–Θεσσαλονίκη 1976, σ. 190 καί Π. Χρήστου, Ὁ Κῆρυξ τῆς Χάριτος καί τοῦ Φωτός, σ. 56.
[3]. Μητρ. Ναυπάκτου Ἱεροθέου: Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἁγιορείτης, σ. 64.
[4]. Ἡ θεολογική τραγωδία..., σ. 141.
|
Σημ: Τό βιβλίο τοῦ π. Θωμᾶ Βαμβίνη: «Σχόλια σέ μιά θεολογική τραγωδία. Ἀπάντηση στόν π. Ἰωάννη Διώτη», σέ ὅσους ἐνδιαφέρονται γιά τό θέμα του, διατίθεται δωρεάν ἀπό τήν Ἱερά Μητρόπολη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου.
|
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
26 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2012
Share on Facebook