
Ο ΚΑΠΟΥΚΙΝΟΣ ROΒΕRT DΕ DRΕUΧ
ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ ΣΤΑ 1666
ΣΤΙΛΠΩΝΟΣ Π. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ
Καθηγητού του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Μέσα στη φτώχεια που έχουμε από ειδήσεις για τα σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας οι πληροφορίες που μας δίνουν οι Ευρωπαίοι ταξειδιώτες, όσοι έτυχε στα χρόνια αυτά να περάσουν απ' τις ελληνικές χώρες είναι πράγματι πολύτιμες. Δεν πρέπει βέβαια να περιμένει κανένας απ' αυτάς πάντα πολύ σπουδαία πράγματα, γιατί περαστικοί όπως ήταν δεν είχαν τον καιρό ούτε και το σκοπό να εξετάσουν με προσοχή τον τόπο μας και να δώσουν ολόκληρη την εικόνα του. Αυτό μονάχα για λίγους μπορεί να ειπωθή. Οι περισσότεροι περνούσαν για άλλες δουλειές, και το συνηθέστερο μαζί με διάφορες διπλωματικές αποστολές, και στο δρόμο τους απάνω απ' όσα έβλεπαν σημείωναν ο,τι τους έκανε κάποια εντύπωση ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία και τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα του καθενός. Γι' αυτό και οι πληροφορίες των δεν είναι συστηματικές και μερικές μάλιστα φορές όχι και πολύ σωστές. Άλλες φορές στο βιαστικό πέρασμά τους δεν προφταίνουν να αντιληφθούν καλά καλά ο,τι βλέπουν ή δεν ακούν καλά τα ονόματα και τα παραμορφώνουν ή δεν καταλαβαίνουν καλά και παρεξηγούν ο,τι τους λες, κι άλλες φορές δίνουν πίστη και προσοχή σ’ ότι ακούσουν απ' τους ντόπιους, που δεν τους λεν πάντα την αλήθεια, καμιά φορά δε για να κάνουν φαίνεται περισσότερη εντύπωση στους απλοϊκούς αναγνώστες τους τερατολογούν και οι ίδιοι. Μ' όλα αυτά κοντά στο τίποτα οι πληροφορίες που βρίσκουμε στα ταξειδιωτικά βιβλία είναι κάτι τι, αρκεί να μη τους παραδεχόμαστε ανεξέταστα, αλλά με κάποια προσοχή και κριτική.
Είπαμε παραπάνω πώς οι περισσότεροι απ' τους ταξειδιώτες δεν ταξείδευαν για περιήγηση, αλλά για άλλες δουλειές, και το συνηθέστερο πήγαιναν και ήρχονταν απ' την Κωνσταντινούπολη. Γι' αυτό και οι πληροφορίες τους σχετίζονται με τους τόπους, που βρίσκονται απάνω στους μεγάλους δρόμους, που παν πρός την Κωνσταντινούπολη. Για τη Θράκη δύο μεγάλοι δρόμοι είναι που οδηγούν απ' την Ευρώπη προς την Πόλη. Ο ένας, ο πιό συνηθισμένος, είναι ο δρόμος που περνά απ' την Αδριανούπολι, ο άλλος είναι η περίφημη Εγνατία οδός που άρχιζε απ' το Δυρράχιο, περνούσε απ' τη Θεσσαλονίκη, ξακολουθούσε μεσ' απ' τη Θράκη και τελείωνε στη Κωνσταντινούπολη. Τους δύο αυτούς δρόμους ακολουθούν απάνω κάτω και σήμερα ακόμα οι δημοσιές. Τον ένα απ' αυτούς τους δύο, αυτόν που πάει προς τη Θεσσαλονίκη ακολούθησε εις τα 1669 και η συνοδεία του Γάλλου πρεσβευτή De la Haye-Vantelet πηγαίνοντας απ' την Κωσταντινούπολη είς τη Λάρισσα, όπου έμενε τότε προσωρινά ο Σουλτάνος για να βρίσκεται πιό κοντά στην Κρήτη, που την πολιορκούσαν τα στρατέματα του Μεγάλου Βεζίρη του.
Ο πρεσβευτής πήγαινε για να τακτοποιήσει μερικές γαλλικές υποθέσεις σχετικές με τα προνόμια των ξένων στην Τουρκία (Capitulations), και μέσα στη συνοδεία του είχε και τον πνευματικό της πρεσβείας, ένα συγγενή του καπουκίνο τον Robert de Dreux. Ο de Dreux αυτός ήταν τρία χρόνια που είχεν έρθει απ' τη Γαλλία και έμενε στην Κωνσταντινούπολη για πνευματικός της πρεσβείας, φιλοπερίεργος δε καθώς ήταν βρήκε σ' αυτό το αναμεταξύ ευκαιρίες να ταξειδέψει και σ' άλλα μέρη της Τουρκίας. Πρώτα πρώτα επειδή ο πρεσβευτής αναγκάστηκε να ταξειδέψει στην Αδριανούπολη, όπου βρισκόταν ο Σουλτάνος, ο πάτερ Rοbert τον συνώδεψε για να δη την Αδριανούπολη. Έπειτα βρήκε ευκαιρία να ταξειδέψει μόνος του και στα νησιά και στη Σμύρνη και στο τέλος συνώδεψε τον πρεσβευτή και στη Λάρισσα, κι απ' εκεί κατέβηκε στην Αθήνα και στο Ναύπλιο, όπου μπάρκαρε για τη Γαλλία. Τις εντυπώσεις απ' τη διαμονή του στην Κωσταντινούπολη και τα ταξείδια του περιέγραψε σε μία έκθεση που την εσημείωσε πρώτα ο Οmοnt, εξέδωκε δε στα τελευταία χρόνια (1925) ο Pernot από ένα χειρόγραφο της βιβλιοθήκης των Παρισίων με τον τίτλο Voyage en Turquie et en Grece du R. Ρ. Robert de Dreux aumonier de l' ambassa-duer de France (1665-1669) publie et annote par . Hubert Per-not. Paris 1925. (Calleetion de l'Institut Νeο-hellenique: Fasc. 3).
Ο de Dreux δεν ανήκει βέβαια εις την τάξη των μεγάλων περιηγητών, όπως ο Βelon, ο Tournefart και άλλοι, είναι όμως περίεργος και φιλομαθής και προσεκτικός και ενδιαφέρεται πολύ για τα αρχαία και όπου τα απαντήσει, δεν αφήνει να του διαφύγουν. Ενδιαφέρεται επίσης και για τη σύγχρονη κατάσταση των κατοίκων και μας δίνει και γι' αυτή χρήσιμες πληροφορίες. Έτσι μας περιγράφει την Αδριανούπολη, την Κωσταντινούπολη με τα τζαμιά της, τα ιστορικά μνημεία της και τα σαράγια της, τη Χαλκηδόνα, το Εφταπύργιο, το Βόσπορο, καθώς και το παιδομάζωμα και την αγορά των σκλάβων. Έπειτα μας διηγείται το ταξείδι του στα νησιά και τη Σμύρνη, καθώς και το ταξείδι του στη Λάρισσα, όπου μας δίνει πληροφορίες για όλες τις πόλεις που απάντησε στο δρόμο του απ' τη Σηλυβρία ως την Καβάλλα, κι εδώ εκεί ως τη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισσα. Τελευταία μας περιγράφει το ταξείδι του στην Αθήνα και στο Ναύπλιο, και μας αναφέρει όσα αρχαία είδε και θαύμασε στην πόλη της Παλλάδος. Την εξιστόρηση του ταξειδιού του δεν φαίνεται να την έγραψε προσχεδιασμένα, γιατί αλλιώς θα ήταν ίσως πλουσιώτερη. Κάποιος, που θα του είχε υποχρεώση, του τη ζήτησε επίμονα, κι αυτός δεν μπόρεσε να αρνηθή. Έτσι, καθώς μας λέγει ο ίδιος, δεν την έγραψε από σημειώσεις, αλλ' από ο,τι θυμότανε, τρία μάλιστα χρόνια ύστερα από το γυρισμό του εις τη Γαλλία. Μ' όλα ταύτα φαίνεται να είχε ζωηρή μνήμη, γιατί σε πολύ λίγα πράματα θα μπορούσε να πη κανένας πώς δεν τα λέει σωστά, όπως τα είδε και τα αντελήφθηκε ή όπως τουλάχιστον του τα είπαν.
Για τη Θράκη οι πληροφορίες του de Dreux έχουν αρκετή σημασία, γιατί μας δίνουν όχι μόνο τη γενική εικόνα της χώρας, που φαίνεται να ’ταν αραιά κατοικημένη και σχεδόν ερημωμένη, όχι μόνο εικόνες αρκετά περίεργες για τα ταξείδια στα χρόνια εκείνα αλλά και μερικές αρκετά σημαντικές πληροφορίες για πόλεις, που και σήμερα ευημερούν και ακμάζουν, καθώς και γι' άλλες που είναι πια έρημες κι ακατοίκητες. Αφού πέρασαν τους Τσεκμετζέδες, τη Σηλυβριά και τη Ραιδεστό, που φαίνεται πώς και τότε είχε σημαντική εμπορική κίνηση, πέντε ολόκληρες μέρες περπατούν ως τον Έβρο χωρίς να βρουν καμιά σημαντική οπωσούν πόλη, παρά μόνο πεδιάδες με άφθονο κυνήγι, πράγμα που μαρτυρά πόσο έρημος ήταν ο τόπος.
Τον Έβρο τον περνούν με καΐκια, όπως και σήμερα, και φτάνουν στα Φέρραι, όπως λεν σήμερα οι ντόπιοι, που τότε ακόμη διατηρούσαν το βυζαντινό τους όνομα Βήρα. Ξέρουμε δε απ' τους Βυζαντινούς πως εξ αρχής ήταν οχυρό μοναστήρι, που χρησίμευε κάποτε και για φυλακή μεγιστάνων, πιθανώτατα δε για την οχυρότητά του αυτή σιγά σιγά έγινε και κέντρο συνοικισμού, αφού μάλιστα βρισκόταν και απάνω στο δημόσιο δρόμο. Ο καπουκίνος επισκέπτεται το τζαμί, που δεν είναι άλλο παρά μία απ’ τις πιο όμορφες βυζαντινές εκκλησίες που έχουμε και βλέπει και τι επιτύμβιες επιγραφές που σώζονται ακόμα και τώρα. Μετά τη Βήρα έρχεται στη Μάκρη, όπου διαβάζει μία επιτύμβια επιγραφή και επισκέπτεται κ' έναν τουρκικό τουρμπέ θαυματουργό. Από κει φτάνει είς την Γκιουμουρτζίνα. Είναι περίεργο πως το κάστρο της, που ως τα 1922, που το γκρέμισε ο γενικός διοικητής Δάσιος γιατί το εθεώρησε άχρηστο, ήταν πολύ καλά διατηρημένο το χαρακτηρίζει ως ερειπωμένο όπως και πρωτύτερα απ' αυτόν ο Βelon.
Άξια προσοχής είναι όσα κατόπι λέγει για το Περιθώρι, που δεν είναι άλλο παρά η Μπουρού, γιατί βέβαια η γνώμη του Ρernοt πώς μπορούσε να είναι η Μαρώνεια δεν είναι σωστή. Η Μπουρού λοιπόν και τότε ακόμα, στα 1669, όπως και στα χρόνια του Βelοn, είχε κατοίκους, ελεεινούς όμως και αξιοδάκρυτους, βρισκόταν δε ακόμα και άνθρωποι που θυμόνταν το παλιότερο της όνομα Περιθώρι, δηλαδή Περιθεώριον. Το κάστρο της, που σήμερα μόνο λείψανα αξιοσημείωτα είδα με διάφορες επιγραφές κτιστές με τούβλα, σωζόταν τότε ολάκερο, ορθές δε ήταν ακόμη και οι βυζαντινές της εκκλησιές. Ότι δεν καταλαβαίνω καλά είναι ο περίβολος με τα τόξα γύρο γύρο στην πόλη. Τέτοιο πράμα εγώ τουλάχιστο δεν διέκρινα. Ίσως τώρα να γκρεμίστηκε. Η περιγραφή αυτή του de Dreux μας δείχνει πόσο χρήσιμη θα ήταν η εξέταση του τόπου αυτού από έναν βυζαντινολόγο και μάλιστα και ενέργεια ανασκαφών. Έχουμε μπροστά μας μία ολόκληρη νεκρή πόλη, που βέβαια αν ανασκαφή, κάποιες σελίδες απ' τη βυζαντινή ζωή της Θράκης θα φωτίσει.
Για τις σημερινές γι' αυτή παραδόσεις των γύρο χωριών έγραψα άλλοτε στο Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος: του Δροσίνη. Έξω από κείνα που αναφέρω εκεί οι κάτοικοι του σημερινού Γιασίκιοι μου είπαν πώς κατοικούσαν άλλοτε εις τη Μπουρού και πώς έφυγαν, γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν εκεί απ' τους κουρσάρους, Την παράδοσή των βεβαιώνει ο de Dreux ομιλώντας για τις αιτίες της δυστυχίας των κατοίκων. Άλλως τε απ' όλα τα παράλια αυτά οι κάτοικοι φύγαν απ' τη θάλασσα για τον ίδιο λόγο και σήμερα και η Μαρώνεια και τα Άβδηρα (σήμερα Μπουλούστρα) είναι αρκετά μακριά. απ την παραλία. Αλλ' ας αφήσουμε τον de Dreux να μας διηγηθή το ταξείδι του.
Την πρώτη μέρα του ταξειδιού μας φτάσαμε στο Τοπτσιλάρ, όπου βρήκαμε καλό και φτηνό κρασί, κ' επειδή θέλαμε να εξακολουθήσουμε το δρόμο μας και τη νύχτα, πήραμε μαζι μας ένα Χατζή. Χατζήδες είναι άνθρωποι που κουβαλούν ένα φανό, για να φωτίζουν το δρόμο. Στην άκρα δηλαδή μιανής μεγάλης βέργας έχουν ένα είδος σχάρας και με διάφορα κουβάρια από παννιά κατραμωμένα διατηρούν μέσα σ' αυτή τη φωτιά, που βγάζει μεγάλη φλόγα. Κάποτε τη φλόγα αυτή τη συντηρούν, μ' ένα ξύλο παχύ, που καίει σαν λαμπάδα.
Όταν είχαμε να περπατήσουμε δώδεκα λεύγες, ξεκινούσαμε στις έντεκα το βράδυ, και όταν είχαμε μικρότερο δρόμο, φεύγαμε τα μεσάνυχτα για να φτάσουμε στο σταθμό απάνω κάτω το μεσημέρι. Το φαγητό το βρίσκαμε έτοιμο, γιατί το αμάξι με το μαγειρειό πήγαινε πάντα μπροστά και κάθε μέρα φρόντιζαν να σφάζουν ένα αρνί και πουλερικά για την άλλη μέρα, γιατί καθώς είπα στα μέρη αυτά δεν ήταν ξενοδοχεία, όπου μπορεί κανένας να καταλύσει, ούτε καπηλειά η μαγειρειά, όπου βρίσκει κανένας μαγειρεμένο κρέας, και πρέπει οι ταξειδιώτες να ετοιμάζουν μοναχοί τους το φαι που θέλουν να φαν.
Όταν αρχίζει να σκοτεινιάζει ο χατζής ανάφτει το φανό του και τον βάζει στην πόρτα του χανιού, όπου μαζεύονται οι ταξειδιώτες, και βαστώντας το φανό στο χέρι τραγουδά κάτι τι αράπικα για να χαιρετίσει τη συντροφιά, γιατί ο Θεός θέλησε να μας χαρίσει το φώς και έπειτα απλώνει το χέρι για να πάρει ο,τι ο καθένας έχει ευχαρίστηση να του δώσει.
Απ' το Τοπτσιλάρ ξεκινήσαμε για να παμε το μεσημέρι στο Ponte-Piccolo και από κει στο Ροnte-Grande. Αυτά είναι δύο χωριά όπου βρίσκονται δύο πέτρινα γεφύρια πάρα πολύ μακρυά και απ' αυτά περνούν κάτι λαιμοί της θάλασσας, που κάνει εδώ δύο όμορφες λίμνες. Την άλλη μέρα φτάσαμε στη Σηλυβρία (Siliνree), πολιτεία πολύ παλιά, απάνω σ' ένα ύψωμα κοντά στη θάλασσα. Σ’ αυτή βλέπει κανένας πολύ ωραία λείψανα του κάστρου, έχει δε και πολλούς Χριστιανούς, αλλά σχισματικούς. Δεν αμέλησα να πάω να δω τον παπά τους, τον παρεκάλεσα δε να με οδηγήσει στην εκκλησιά του, πράγμα που το έκαμε με πολλή προθυμία, γιατί ήθελε να μου δείξει ένα άγιο λείψανο, που το τιμούν οι Έλληνες και βλέποντας ένα μικρό σακκουλάκι μετάξινο μενεξεδένιο κρεμασμένο στο σταυρό της Άγιας Τράπεζας τον ρώτησα τι ήταν και μ' απάντησε πώς μέσα στο σακκουλάκι ήταν ένα μικρό κουτάκι και μέσα σ' αυτό πήγαινε την αγία μετάληψη στους άρρωστους.
Από κει πήγαμε στην Ραιδεστό (Rodosto), μία πόλη πολύ όμορφη και πολύ εμπορική. Είναι στην ακροθαλασσιά και γι' αυτό έχει μεγάλη συγκοινωνία με την Πόλη. Οι έμποροι απλώνουν στα μαγαζιά τους τα πιο όμορφα εμπορεύματά τους, όπως γίνεται στα παζάρια. Ένας απ' τούς αμαξάδες όμως, που ήταν απ' τη Μακεδονία, τσακώθηκε στην πόλη αυτή μ' έναν Τούρκο, κι αυτός έβαλε στο νου του να μας σφάξει. Ο καπιτζή μπασής δηλαδή που μας ωδηγούσε θύμωσε για την κακομεταχείριση του Τούρκου απ' τον αμαξά τον δικό μας και θέλησε αμέσως να πάρει το δίκιο δίνοντας του ραβδιές στις πατούσες, τιμωρία πολύ συνηθισμένη στους Τούρκους. Ο πρεσβευτής την ώρα εκείνη ήταν περίπατο στην ακροθαλασσιά και είχε μαζί του ένα μέρος απ' τους ανθρώπους του και το άλλο μόνο έμενε στο χάνι, όπου είχαμε καταφύγει, ένα χάνι τόσο μεγάλο και ευρύχωρο που έπαιρνε όλα τα αμάξια και τα ζώα μας χωρίς να μας στενοχωρήσει. Περπατούσα μαζί με τον χαντζή, όταν είδα τον δυστυχισμένο τον αμαξά, που οι Τούρκοι του έβγαζαν τα παπούτσια για να του δώσουν τις ξυλιές. Αυτό μου κίνησε τη συμπάθεια καθώς και του χαντζή κι άρχισε να μαλώνει τον καπιτζή μπασή κ' έτσι που μιλούσε πολύ δυνατά και μ' αγανάχτηση τον άκουσαν οι ιπποκόμοι και οι άλλοι υπηρέτες του Εξοχώτατου και έτρεξαν αμέσως και ρίχτηκαν απάνου στους τούρκους, που κρατούσαν το δυστυχισμένο τον αμαξά, και τούς ανάγκασαν να τον παρατήσουν. Τράβηξαν αμέσως τα μαχαίρια τους κι από το ένα μέρος κι από τ' άλλο. Αλλά οι Τούρκοι βλέποντας τους δικούς μας φρενιασμένους, που δεν θ' άφηναν κανένα, το ‘σκασαν. Οι δικοί μας θέλουν να τούς πάρουν το κατόπι και με πολλή δυσκολία τα κατάφερα να τούς κρατήσω. Γλήγορα ειδοποίησα τον πρεσβευτή κι αυτός γυρνώντας αμέσως στο χάνι μάλωσε τον καπιτζή μπάση γι' αυτό που έκαμε επειδή δε μάθαμε πώς οι Τούρκοι μαζεύονταν για να μας προσβάλουν προφυλαχτήκαμε τόσο καλά, ώστε δεν τόλμησαν να μας επιτεθούν.
Την άλλη μέρα φύγαμε πολύ πρωί και περπατήσαμε πέντε ολόκληρες μέρες χωρίς ναι βρούμε καμιά πολιτεία της προκοπής μολονότι ο κάμπος είναι ωραιότατος και τόσο γεμάτος από κυνήγι, ώστε ο Εξοχώτατος συχνά μας σταματούσε για να διασκεδάσει στο αναμεταξύ κυνηγώντας κι αυτό μία μέρα μ' έκανε να κινδυνέψω να χάσω τη συντροφιά. Γιατί κατεβαίνοντας απ' τ' αμάξι και περπατώντας πάντα μπρός πήρα ένα δρόμο, που τόσο με ξεμάκρυνε απ' αυτόν, που πήραν τ' αμάξια μας, ώστε δεν θα μπορούσα πια να τους φτάσω, χωρίς τη βοήθεια ενός Τούρκου, που μου έδωσε στην περίσταση αυτή πίσω μία μικρή χάρη, που του είχα κάνει λίγο πρωτύτερα. Ήταν ένας καλός γεροντάκος, που τ' αμάξι του βρισκόταν στη μέση του δρόμου, που πήγαινα, και ήθελε να το τραβήξη στην άκρη για να διευκολύνη το δρόμο στ' αμάξια μας, που νόμιζε πώς θα περνούσαν από κει και με παρεκάλεσε να τον βοηθήσω, γιατί τα βόδια του ήταν ξεζεμένα και έβοσκαν εκεί κοντά. Το έκανα μ' ευχαρίστηση και δεν φάνηκε αχάριστος. Γιατί βλέποντας πως τ' αμάξια μας έπαιρναν άλλο δρόμο χωρίς εγώ να το αντιληφθώ, γιατί είχα ξεμακρύνει, έβαλε τις φωνές για να με ειδοποιήσει και επειδή έβλεπε πώς αν γύριζα πίσω από ‘κεί που είχα παραστρατήσει δεν θα μπορούσα πιά να φτάσω τ' αμάξια, που έτρεχαν γλήγορα, μου έδειξε ένα συντομώτερο δρόμο από ένα ποταμάκι, που το πέρασα από ένα κορμό δέντρου και για να στηριχθώ μου έδωκε και τη βέργα του, που κέντρωνε τα βόδια του. Τον ευχαρίστησα γλήγορα γλήγορα και τρέχοντας δυνατά έφτασα τ' αμάξια, και τότε σκέφτηκα πώς έχουν δίκιο να λέν’ πως το καλό δεν χάνεται ποτέ και πώς πρέπει πάντα να το κάνει κανένας όπου μπορεί.
Περάσαμε τέλος τη Θράκη διαβαίνοντας τον ποταμό Μαρίτσα (Μarissa), που την χωρίζει απ' τη Μακεδονία. Τον ποταμό τον περάσαμε με κόπο και κίνδυνο, γιατί εκτός που είναι πλατύς και ορμητικός, οι βάρκες, που χρησιμοποιούν για το πέρασμα, είναι τόσο άβολες, ώστε έπρεπε να σηκώνουμε με τα χέρια μας τ' αμάξια για να τα μπάσουμε μέσα. Επειδή δε δεν μπορούσε να περάσει παρά ένα μόνο αμάξι σε κάθε ταξείδι, χρειαστήκαμε πολύν καιρό για να περάσουμε τα αμάξια, μας και είκοσι άλογα που είχαμε για καβάλα. Στο αναμεταξύ ήρθε μία συνοδεία από Τούρκους, που ήθελαν κι αυτοί να περάσουν. Kι όταν τούς είπαμε πως αφού ημείς είχαμε αράδα έπρεπε να περιμένουν για να περάσουμε όλοι μας, δεν έδωσαν καμία σημασία και είπαν πώς ήθελαν τη μία απ' τις δύο βάρκες για να περάσουν αυτοί και η ακολουθία τους, πράγμα που ήθελαν τρία ή τέσσαρα ταξείδια για να το κάμουν και βλέποντας πως δεν είχαμε καμία όρεξη να τους κάνουμε τη χάρη, άρχισαν να ζητούν δια της βίας ο,τι δεν θέλαμε να τους δώσουμε με το καλό, και κοντεύαμε να πιαστούμε, όταν ο πρεσβευτής βλέποντας πως ένα μέρος απ' τους ανθρώπους μας βρισκόταν πια από το άλλο μέρος του ποταμού, αυτό δε που έμενε δεν θα μπορούσε να αντισταθή, και πώς γι' αυτό θα ήταν προτιμότερο να υποχωρήσουμε παρά να τσακωθούμε σε ώρα ακατάλληλη, μας είπε να βάλουμε μέσα τα όπλα μας και ν' αφήσουμε τους αντιπάλους μας να πάρουν τη μία βάρκα. Τη διαταγή του την ακούσαμε και μείναμε πέντε ή εξ ώρες για να περάσουμε το ποτάμι, κ' έτσι φτάσαμε αργά στη Βήρα.
Η Βήρα είναι μία μικρή πόλη πολύ παλιά, όπου μόνο μερικές πλευρές μένουν απ' το κάστρο. Εδώ μείναμε αρκετά, κ' έτσι βρήκα καιρό να πάω να δω το τζαμί, που είναι πολύ όμορφο. Ο ιμάμης, που είναι ο παπάς του, μου έδειξε πολλά μνήματα με επιτάφια επιγράμματα, και απ' αυτά κατάλαβα πώς ήταν άλλοτε εκκλησιά. Πέντε εξ ανεβήκαμε ψηλά στο μιναρέ, που είναι ένας μικρός πύργος πολύ ψηλός κι απ' αυτόν ο ιμάμης φωνάζει τούς Τούρκους να προσευχηθούν. Από ψηλά απ' τον πύργο αυτόν θαυμάζαμε την ομορφιά του κάμπου που ξανοίγαμε, όταν σηκώθηκε ένας αέρας, που τράνταζε τον πύργο με τόση δύναμη, ώστε νομίσαμε πώς θα τον έρριχνε, κ' έτσι κατεβήκαμε πολύ γληγορώτερα παρ' ότι ανεβήκαμε. Την άλλη μέρα πήγαμε στη Μακρή, μία πόλη πολύ παλιά, όπου βρήκα έναν τάφο πέρα πέρα από άσπρο μάρμαρο και παρετήρησα στις τέσσερες γωνιές στο βάθος του τέσσαρα εξογκώματα απάνω κάτω ένα πόδι, που απάνω τους ακουμπούσαν μία πλάκα μαρμάρινη, για να σκεπάσουν ο,τι οι αρχαίοι συνήθιζαν να κλείνουν μέσα στους τάφους. Απάνω στην πλάκα αυτή έβαζαν το νεκρό σώμα και το σκέπαζαν κ μ' ένα άλλο μάρμαρο. Είδα αυτό το επίγραμμα χαραγμένο με ελληνικά γράμματα. Ο πατήρ Κόιντος ες τον αγαπητόν υιόν Αυρήλιον Κοίντον, παιδίον χρηστόν. Κοντά στο μνήμα αυτό, που βρίσκεται απάνω σ' ένα ύψωμα πλησίον στη θάλασσα, είναι ένα είδος παρεκκλησίου που έχει στο μέσο απάνω σ' ένα στρίποδο ένα μεγάλο φέρετρο, σκεπασμένο μ' ένα νεκρικό πέπλο πράσινο και προς το μέρος του κεφαλιού είναι ένα μεγάλο σαρίκι, που το διατηρούν τόσο καθαρό σαν να επρόκειτο να το χρησιμοποιήσουν, και στις δύο πλευρές είναι δύο βάζα γεμάτα από λίπος. Ρώτησα τον Τούρκο που φυλάγει το μνήμα, τι χρειάζεται το λίπος, και μ' απάντησε πως ήταν ιερό πράμα, που μ' αυτό έτριβαν τους αρρώστους, και πώς τιμούσαν πολύ αυτόν, που ήταν το σώμα του εκεί, γιατί ήταν ένας από τους πιό γενναίους αξιωματικούς του στρατού των, που πέρασε απ' την Ασία στην Ευρώπη. Είδα επίσης σε μία άκρα της πλατείας ένα ύψωμα από πέτρες. Εκεί μου είπαν ήταν το θέατρο, όπου οι αρχαίοι μιλούσαν στο δημόσιο.
Φεύγοντας απ' εκεί την άλλη μέρα περάσαμε απ' την Γκιουμουρτζίνα (Κymargina) μία μικρή πόλη πολύ παλιά, όπου βρίσκονται ακόμα μερικά ερείπια ενός μεγάλου κάστρου και πέντε λεύγες απ' εκεί βρήκαμε μία άλλη πόλη, που όλα τα τείχη της σώζονται ολόκληρα, έξω απ' τα χαλάσματα που έκαναν όταν την πήραν. Ο δρόμος μας πήγαινε πλάι απ' τα τείχη αυτής της πόλης χωρίς να παρουσιάζεται ανάγκη να μπούμε μέσα. Αλλά ο πρεσβευτής διέταξε να σταθμέψουμε, για να μας δώσει την ευκαιρία να πάμε να δούμε ο,τι άξιζε να δη κανένας. Πρώτα απ' όλα θαύμασα τον περίεργο τρόπο που είναι κτισμένα τα τείχη, γιατί στο μέρος του περιβόλου έκαμαν γύρο γύρο από την πόλη πάρα πολλά μικρά τόξα και απάνω σ' αυτά είναι ο δρόμος που χρησιμεύει για τις περιπολίες.
Μόλις μπήκαμε οι κάτοικοι βγήκαν απ' τα σπίτια τους για να μας δουν και να μας περιεργαστούν μ' άλλη τόση περιέργεια, όση είχαμε και μεις για να περιεργαστούμε την πόλη τους. Και βλέποντας πώς οι περισσότεροι ήταν χριστιανοί τούς παρακάλεσα να μου δείξουν την εκκλησιά τους πράγμα που το έκαμαν με ευχαρίστηση. Είδα τότε με λύπη μου ότι η εκκλησιά αυτή, που άλλοτε ήταν μία απ' τις ομορφότερες εκκλησιές της Ελλάδας, είχε αρχίσει να γκρεμίζεται γιατί δεν τη συντηρούσαν και μία καλή γυναικούλα βλέποντας τη λύπη μου μ' έκαμε νόημα να την ακολουθήσω για να δω μία άλλη εκκλησιά, που μου έδειξε κλαίοντας, σε κατάσταση πολύ πιό αξιοδάκρυτη, και με τα χέρια και μ' αναστενάγματα μου δώσε να καταλάβω πως τα γκρεμίσματα αυτά ήταν χειροπιαστά σημάδια της μεγάλης δυστυχίας τους.
Περιεργάστηκα με προσοχή την εκκλησία αυτή, μικρότερη απ' την άλλη που είχα δει πρωτύτερα, μα πολύ εύκολα έβλεπε κανένας πώς ήταν πολύ πιό ομορφότερη και πλουσιώτερη. Κατάλαβα πώς ήταν αφιερωμένη εις την Παναγία, που η εικόνα της έμενε ακόμα, μολονότι δεν ήταν πια δυνατό η εκκλησιά να λειτουργήσει, γιατί όχι μόνον η αγία τράπεζα ήταν καταστραμμένη, αλλά και όλη η εκκλησιά ήταν γεμάτη από κολώνες και τετράγωνους μαρμάρινους στύλους, που τα συντρίμματά τους δείχνανε πόσο μεγάλο ήταν το ρήμαγμα σ' αυτό το δυστυχισμένο τόπο. Παρατήρησα ακόμα και στους τοίχους λείψανα από ζωγραφιές, κι' από κοσμήματα χρυσά (filets d' or), που έδειχναν φανερά πως η εκκλησιά ήταν άλλοτε πολύ καλά στολισμένη. Σ' όλη την πόλη δεν είχε παρά ένα μόνο φτωχό παπά, που μου είπε πως δυσκωλευότανε πολύ να ζήσει, γιατί ο φτωχός αυτός λαός ήταν πέρα και πέρα καταστραμμένος όχι μονάχα απ' τούς Τούρκους, αλλά κι' απ' τούς κουρσάρους, που συχνά κούρσευαν σ' αυτά τα μέρη. H πόλη αυτή που την λεν Περιθώρι (Perίtory) 1) είναι τόσο παλιά ώστε μας εβεβαίωναν ότι είναι περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια που είναι χτισμένη.
Εδώ τελειώνει το ταξείδι της Θράκης. Καθώς θα είδε ο αναγνώστης οι ειδήσεις δεν είναι βέβαια άφθονες, είναι όμως αρκετές για να μας δώσουν μία ιδέα για τη γενική τότε κατάσταση της χώρας, καθώς και για τις πόλεις με τα αξιοπερίεργά τους. Ευχής έργον θα ‘ταν σιγά σιγά να μαζευτούν αυτές οι ειδήσεις κι απ τούς άλλους ταξειδιώτες γιατί μόνο έτσι σιγά σιγά θα συγκεντρωθή το αναγκαίο υλικό για κείνον που θ’ αποφάσιζε μιά μέρα να γράψει την τυπική ιστορία της Θράκης στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Σημείωση: Οι σημειώσεις και η βιβλιογραφία του μεγάλου Στίλπωνος Κυριακίδη δεν μεταφέρονται για λόγους ευνόητους.
Πηγή: Το περιοδικό «ΘΡΑΚΙΚΑ», τεύχος 15, 1928.
